Oι μετακινήσεις του αγριόχοιρου και η αξιοποίηση του βιοτόπου του.

Στις παρέες των «γουρουνάδων» της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ακούγονται πολλές φορές κουβέντες όπως: « Αν αρχίσει το κυνήγι του γουρουνιού στη Βουλγαρία, θα ‘ρθούν και προς τα ‘δώ» ή « Αν χιονίσει στη Βουλγαρία τα γουρούνια θα ‘ ρθούν και προς τα ‘δω». Άλλοτε πάλι οι μετακινήσεις αυτές συνδέονται και με ιστορικοπολιτικά γεγονότα όπως πόλεμοι, κοινωνικοπολιτικές αλλαγές (αλλαγή πολιτεύματος στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης) κλπ. Άκουσα λοιπόν μια μέρα με έκπληξη τον κρεοπώλη της γειτονιάς μου, ο οποίος είναι «γουρουνάς» να μου λέει:

 «Ξέρεις, η αφθονία που παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια στο γουρούνι μάλλον οφείλεται στον πόλεμο της Βοσνίας. Λόγω του πολέμου τα γουρούνια εγκατέλειψαν την χώρα και ήρθαν προς τα εδώ για καλύτερες συνθήκες ζωής ……».

Υπάρχει λοιπόν μια διάχυτη εντύπωση ότι ο αγριόχοιρος είναι αποδημητικό ζώο! Όχι! Ο αγριόχοιρος δεν είναι σε καμιά περίπτωση αποδημητικό τουλάχιστον με την βιολογική έννοια του όρου, απλά είναι ένας ακούραστος ταξιδιώτης οποίος διαρκώς μετακινείται μέσα σε μια μεγάλη περιοχή την οποία όμως σπάνια εγκαταλείπει.

Σε προηγούμενο άρθρο γράψαμε ότι η κοινωνία του ζώου αυτού έχει δύο κοινωνικές μονάδες, αυτή του κάπρου (μονιά) και αυτή του κοπαδιού. Κάθε κοινωνική μονάδα (ή κάπρος ή κοπάδι) έχει τον ζωτικό της χώρο και την περιοχή κυριαρχίας της.

Ζωτικός χώρος είναι μια καθορισμένη έκταση μέσα στην οποία ζει (δραστηριοποιείται) o κάπρος ή το κοπάδι στην διάρκεια ενός βιολογικού κύκλου δηλαδή ενός έτους. Η έκταση αυτή οριοθετείται από τα πιο απομακρυσμένα σημεία τα οποία μπορεί να φθάσει ο κάπρος ή το κοπάδι.

Η περιοχή κυριαρχίας αποτελεί ένα μέρος του ζωτικού χώρου μέσα στον οποίο ο κάπρος ή το κοπάδι αισθάνονται ιδιοκτήτες (κυρίαρχοι) και διώχνουν κάθε άλλον που μπαίνει σ’ αυτή. Στην διαχείριση του αγριόχοιρου η γνώση του ζωτικού χώρου των κοπαδιών ή των κάπρων είναι πολύ σημαντική. Αντίθετα η περιοχή κυριαρχίας δεν παίζει σπουδαίο ρόλο γιατί συχνά μεταβάλλεται λόγω της κινητικότητάς του.

Για το θέμα αυτό δηλαδή το μέγεθος του ζωτικού χώρου έχουν γίνει πολλές επιστημονικές έρευνες, κυρίως με τη μέθοδο της ραδιοπαρακολούθησης και έχουν δείξει ότι για μια οικογένεια (μητέρα με τα παιδιά της) ο ζωτικός χώρος κυμαίνεται ανάλογα με την ποιότητα του βιότοπου και όταν δεν υπάρχουν τεχνητά όρια (π.χ. αυτοκινητόδρομοι κ.λ.π), από 20.000-50.000 στρέμματα. Το κοπάδι αυτό στην διάρκεια μιας χρονιάς θα κινείται συνεχώς μέσα σ’ αυτήν την περιοχή. Βέβαια υπάρχουν σημεία που θα τα επισκέπτεται συχνότερα και άλλα λιγότερο συχνά.

Τα αρσενικά περίπου στον 9ο με 10ο μήνα της ζωής τους, που έρχεται η σεξουαλική ωριμότητα, εκδιώχνονται και πολλές φορές βίαια, από το κοπάδι και πρέπει να βρουν την τύχη τους μόνα τους. Γι’ αυτά αρχίζει τότε μια μεγάλη περιπέτεια: εκδιώχνονται βίαια από τα μεγαλύτερα αρσενικά στων οποίων τις περιοχές μπαίνουν και γενικώς περιπλανώνται μέχρι να αποκτήσουν και αυτά την περιοχή τους. Για τα αρσενικά έχει βρεθεί ότι ο ζωτικός χώρος καταλαμβάνει έκταση της τάξεως των 150.000 – 200.000 στρ.

Πάντως η έρευνα έχει δείξει ότι το 75-80% των αγριόχοιρων ζει και θηρεύεται μέσα στον ζωτικό χώρο του μητρικού του κοπαδιού ο οποίος καλύπτει μια έκταση ακτίνας 3-5km. Το υπόλοιπο ποσοστό εγκαταλείπει τον χώρο αυτό για διάφορους λόγους και εγκαθίσταται σε κάποιον άλλο γειτονικό. Βέβαια το γεγονός ότι κάποια ζώα εγκαταλείπουν την συγκεκριμένη περιοχή δεν σημαίνει ότι η περιοχή αδειάζει. Η έξοδος αυτών των ζώων από την περιοχή θα αναπληρωθεί από την εγκατάσταση κάποιων άλλων που θα έρθουν από γειτονικές περιοχές.

Το σχέδιο 1, απεικονίζει τα αποτελέσματα μιας έρευνας που έγινε στη Γαλλία από το » Office National de la Chasse» (Εθνικός οργανισμός θήρας). Στα σημεία Ρ στήθηκαν παγίδες με τις οποίες συνελήφθησαν αγριόχοιροι και σημάνθηκαν (περάστηκε σκουλαρίκι στο αυτί τους). Στην προσεχή κυνηγετική περίοδο οι κυνηγοί που θήρευσαν ζώα σημαδεμένα παρέδωσαν το σκουλαρίκι στον σύλλογό τους και δήλωσαν την ακριβή θέση θήρευσης.

Έτσι, τοποθετήθηκαν στον χάρτη τα σημεία θήρευσης και φάνηκε το αποτέλεσμα της έρευνας. Βλέπουμε λοιπόν ότι μόνο το 2% των ζώων θηρεύθηκε σε απόσταση μεγαλύτερη από 15 km, το 4% σε απόσταση μεταξύ 10-15 km, το 13% μεταξύ 5-10 km. και το 80% σε απόσταση μικρότερη των 5 km. Το εντυπωσιακό είναι, αν δούμε πώς αυτά τα ποσοστά διαφοροποιούνται ανάλογα με το φύλο, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας.

Απόσταση σε Km μεταξύ της θέσης μαρκαρίσματος και της θέσης θήρευσης.

Κανένα θηλυκό δεν θηρεύτηκε σε απόσταση μεγαλύτερη από 10 Km, με το 93,5% σε απόσταση μικρότερη από 5 Km.

Επίσης στο σχέδιο 1, φαίνεται ότι σπανίως οι αγριόχοιροι μετακινούνται διασχίζοντας μεγάλες οδικές αρτηρίες.

Ο ημερήσιος κύκλος.

Οι μετακινήσεις του αγριόχοιρου γίνονται κυρίως στην διάρκεια της νύχτας. Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται στην φυσιολογία του ζώου, αλλά στην ενόχλησή του από τις ανθρώπινες δραστηριότητες που συμβαίνουν στην διάρκεια της ημέρας. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία θα διαβάσουμε στον Ξενοφώντα (Κυνηγετικός) ότι οι Αρχαίοι ΄Ελληνες θεωρούσαν τον αγριόχοιρο σημαντικό θήραμα και το κυνήγι του το προτιμούσαν σε μεγάλο βαθμό. Έχοντας λοιπόν αυτό το ζώο ως ισχυρότερο φυσικό εχθρό του τον άνθρωπο από πολύ παλιά (πολύ λίγο κινδυνεύει από την αρκούδα και τον λύκο), έπρεπε να φροντίζει να ξεφεύγει από την παρουσία του ανθρώπου για να επιβιώσει και έτσι επέλεξε να κυκλοφορεί την νύχτα, όταν ο άνθρωπος κοιμάται και να αναπαύεται την ημέρα όταν ο άνθρωπος δουλεύει. Οι νυχτερινές μετακινήσεις του που γίνονται μέσα στον ζωτικό του χώρο έχουν ως σκοπούς: την εύρεση τροφής και νερού και την αναπαραγωγή κάτω από την ησυχία που προσφέρει η νύχτα. Αυτή η κινητικότητα βέβαια εξαρτάται από την φάση του βιολογικού κύκλου που βρίσκεται το κοπάδι (οργασμός, γέννες, γαλουχία, ανατροφή των νεαρών), την εποχή του έτους, τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, την διαθεσιμότητα της τροφής και άλλους παράγοντες που το καθιστούν περισσότερο ή λιγότερο κινητικό.

Σε περιόδους εκτός κυνηγίου δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου ο αγριόχοιρος μεταβάλλει τις συνήθειές του και βγαίνει από το γιατάκι του αμέσως μετά το μεσημέρι και επιστρέφει νωρίς το πρωί πριν όμως ξημερώσει.

Γενικά όμως ο αγριόχοιρος εγκαταλείπει το γιατάκι του λίγο πριν ή λίγο μετά την δύση του ήλιου και επανέρχεται σ’ αυτό μόλις χαράξει η μέρα. Αυτό που καθορίζει την ώρα του «εγερτηρίου» και του «σιωπητηρίου» αντίστοιχα είναι φυσικά οι συνθήκες φωτισμού (σούρουπο, χάραμα).

Βέβαια έχει παρατηρηθεί ότι πολλές είναι οι περιπτώσεις που τα ζώα αυτά εγκαταλείπουν το γιατάκι τους νωρίς το απόγευμα και ξαναγιατακιάζουν πολύ νωρίς το πρωί όταν ακόμη είναι νύχτα και πολλές φορές εγκαταλείπουν το γιατάκι βράδυ για να ξαναγιατακιάσουν αργά το πρωί όταν ο ήλιος έχει πια σηκωθεί.

Πολλές έρευνες του Γάλλου ερευνητή Gilbert Valet ασχολήθηκαν με τους λόγους που ωθούν τα ζώα αυτά, να αλλάξουν την συμπεριφορά τους, πια απογευματινή ώρα εγκαταλείπουν το γιατάκι τους, πόσο χρόνο αφιερώνουν στην νυχτερινή ανάπαυση και αν αυτός ο χρόνος είναι ίσος με αυτόν της περιπλάνησης κάτω από το φως της ημέρας.

Όλες αυτές οι έρευνες έχουν γίνει με την μέθοδο της ραδιοπαρακολούθησης με την οποία έχουν μελετηθεί: ο χρόνος που αφιερώνεται στις μετακινήσεις, οι λόγοι, οι συχνότητες τους, οι ταχύτητές τους κ.λ.π.

Με βάση λοιπόν τις παραπάνω έρευνες αποδείχθηκε ότι:

– Εκτός περιόδων αναπαραγωγής και ανατροφής των νεογνών, ο αγριόχοιρος ζει με ένα διφασικό ρυθμό: Την φάση της ανάπαυσης και την φάση της περιπλάνησης οι οποίες είναι σαφώς διαφορετικές. Στο είδος αυτό έχει διαπιστωθεί ότι οι μετακινήσεις αναλώνουν το 50% της ημερήσιας δραστηριότητάς του.

– Κατά την διάρκεια της περιπλάνησης κάποια ζώα την διακόπτουν για να αναπαυθούν για μία ή δύο ώρες.

– Κατά την διάρκεια της ανάπαυσής του (την ημέρα) ο αγριόχοιρος μπορεί να εγκαταλείψει το γιατάκι του για λίγο και μετά να επιστρέψει σ’ αυτό.

– Οι θηλυκές στην πρώτη περίοδο ανατροφής των νεαρών (γαλουχία) παρουσιάζουν πολυφασική ημερήσια δραστηριότητα. Επειδή τα μικρά δεν μπορούν να τις ακολουθήσουν, διακόπτουν τακτικά την περιπλάνηση για να αναπαυθούν. Έτσι ο ημερήσιος κύκλος αποτελείται από εναλλαγές μετακίνησης-ανάπαυσης. Πολλές φορές η μητέρα κατά την διάρκεια της ανάπαυσης εγκαταλείπει το γιατάκι με τα μικρά για να ικανοποιήσει δικές της ανάγκες τροφής, κ.λ.π. και ξαναγυρίζει μετά από κάποιο μικρό χρονικό διάστημα. Αυτή η πράξη σιγά-σιγά λειτουργεί προς την κατεύθυνση απελευθέρωσης των νεαρών από τον μητρικό δεσμό. Έτσι μετά τον απογαλακτισμό τα μικρά θα φτιάχνουν το δικό τους γιατάκι το οποίο θα το χρησιμοποιούν πάντα ομαδικά και θα απέχει από αυτό της μητέρας τους από 3 έως 400 μ.

Μετακινήσεις και περιοχή ημερήσιας δραστηριότητας.

Η περιοχή που κινείται ο αγριόχοιρος στην διάρκεια της ημερήσιας δραστηριότητάς του κυμαίνεται σε έκταση και αυτή η διακύμανση εξαρτάται άμεσα από την γεωγραφία της περιοχής. Αυτή η περιοχή την οποία επισκέπτεται και εξερευνά ο αγριόχοιρος στην πορεία του πρέπει να την φανταστούμε ως μία λωρίδα (ζώνη).

Οι διανυόμενες αποστάσεις έχουν μετρηθεί με την μέθοδο της ραδιοπαρακολούθησης και κυμαίνονται από 2 έως και 14 km. To εμβαδόν όμως αυτής της ζώνης που εξερευνά είναι δύσκολο να εκτιμηθεί διότι η πορεία του ζώου δεν είναι ευθεία αλλά μια τεθλασμένη γραμμή. Έτσι σε μία νύχτα ένας κάπρος ή ένα κοπάδι μπορεί να καλύψει μία έκταση η οποία ξεπερνάει τα 1000 στρ. Μέσα σε μία εβδομάδα το ίδιο το ζώο μπορεί να κυκλοφορεί σε μία μικρή περιοχή πλούσια σε τροφή και την επόμενη εβδομάδα το ίδιο ζώο να υποχρεωθεί να κάνει μεγάλες πορείες για διάφορους λόγους όπως: ανθρώπινη ενόχληση, απουσία τροφής, αναπαραγωγή κ.λ.π .

Ο χρόνος που αναλώνεται στις μετακινήσεις είναι μεγαλύτερος τον χειμώνα από ότι το καλοκαίρι. Αυτό γίνεται για δύο λόγους: πρώτον γιατί τον χειμώνα η διάρκεια της νύχτας είναι μεγαλύτερη και δεύτερον η ανεύρεση τροφής είναι δυσκολότερη. Επίσης ο χρόνος μετακίνησης των θηλυκών στην περίοδο της γαλουχίας είναι μικρότερος από τα ζώα των άλλων ηλικιών.

Το βάδισμα του αγριόχοιρου είναι χαρακτηριστικό. Τροτάρει διαρκώς και δίνει την εντύπωση ότι συνεχώς βιάζεται. Επίσης είναι πολύ καλός κολυμβητής και διασχίζει πολύ εύκολα υδάτινες επιφάνειες.

Ο Γάλλος ερευνητής G. Valet μελέτησε με τη μέθοδο της ραδιοπαρακολούθησης την ταχύτητα των μετακινήσεων του ζώου αυτού και διέκρινε τέσσερις τύπους μετακινήσεων σε σχέση με την ταχύτητα.

– Μετακινήσεις πολύ μικρές. Η ταχύτητα σε αυτές τις μετακινήσεις κυμαίνεται από 0,2 έως 0,4 km/ώρα. Αυτές οι μετακινήσεις χαμηλής ταχύτητας αφορούν την μετακίνηση στην διάρκεια της βοσκής. Ο χρόνος μέσα στον οποίο τα ζώα κινούνται με αυτή την ταχύτητα εξαρτάται από τον απαραίτητο χρόνο για την κατανάλωση της τροφής ή τον χρόνο που χρειάζεται για να χορτάσει.

– Μετακινήσεις μικρές. Η ταχύτητά τους κυμαίνεται από 0,4 έως 1 km την ώρα. Αυτές οι μετακινήσεις αφορούν πορείες οι οποίες διακόπτονται για βόσκηση σε κάποιο σημείο όπου ευκαιριακά βρέθηκε τροφή. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο σκοπός του ζώου είναι να φθάσει σε καθορισμένη θέση για να βοσκήσει και στον δρόμο μπορεί να σκαλίσει επειδή τυχαία βρέθηκε κάποια πηγή τροφής. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι βρίσκουμε πολλές φορές σκαλίσματα και τα γιατάκια είναι πολύ μακριά από κει.

– Μετακινήσεις μέσες. Η ταχύτητά τους κυμαίνεται από 1 έως 2,5 km/ ώρα. Αφορούν την μετακίνηση του αγριόχοιρου μεταξύ δύο θέσεων γνωστών και αυστηρά καθορισμένων: από το γιατάκι στις θέσεις βοσκής χωρίς ευκαιριακά σταματήματα.

– Μετακινήσεις ταχείες. Η ταχύτητα τους ξεπερνά τα 2,5 km/ώρα. Πρόκειται για μετακινήσεις κατά τις οποίες τα ζώα θέλουν να ξεφύγουν κάποιο κίνδυνο όπως κυνηγούς που τα τουφεκάνε ή διάφορες άλλες ανθρωπογενείς ενοχλήσεις.

Χρόνος αφιερωμένος στην εξεύρεση της τροφής.

Ο χρόνος που αφιερώνεται στην εξεύρεση της τροφής κατά τη διάρκεια της περιπλάνησης κυμαίνεται από 2 έως 6 ώρες και το μέγεθός του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες πολλοί από τους οποίους δεν έχουν ακόμη ερευνηθεί. Πάντως οι παράγοντες που επηρεάζουν αυτόν τον χρόνο είναι η διαθεσιμότητα της τροφής, η ποσότητά της, η θρεπτική της αξία και οι ανάγκες του ζώου την δεδομένη στιγμή. Γνωρίζουμε ότι ο αγριόχοιρος έχει ανάγκη κυρίως από φυτική τροφή (περίπου 80%) χωρίς να παραβλέπουμε βέβαια τις ανάγκες του για ζωική τροφή (20%). Αν λοιπόν μέσα στον ζωτικό του χώρο υπάρχει π.χ. αφθονία καλαμποκιού θα το βρει και θα χορτάσει με πολύ μεγάλη ευκολία και χωρίς να μετακινηθεί πολύ. Πολύ γρήγορα θα γεμίσει το στομάχι του και θα βρει ένα κοντινό γιατάκι για να χωνέψει. Πολλές φορές θα ψάξει και για κάποιο «επιδόρπιο» όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, για να συμπληρώσει το μενού του. Σε κάποιες όμως περιόδους και σε ορισμένες περιοχές θα δυσκολευτεί πολύ για να βρει οποιαδήποτε τροφή. Έτσι μη έχοντας άλλη επιλογή θα διανύσει πολλά km. για να καταφέρει να χορτάσει. Η ύπαρξη ή όχι καρπών δασικών δένδρων (δρυός, πουρναριού, οξιάς κ.λ.π.) και η ύπαρξη ή όχι αγροτικών καλλιεργειών στην περιοχή είναι αντικείμενα που πρέπει να ερευνήσει και αφού τα βρει να βοσκήσει. Στις ορεινές περιοχές, πολλές φορές αναγκάζεται να κατεβεί χαμηλότερα, για παράδειγμα από την ζώνη των ψυχροβίων κωνοφόρων στη ζώνη της δρυός και αφού βοσκήσει να ξαναγυρίσει στην περιοχή του για να γιατακιάσει. Κάτω λοιπόν απ’ αυτές τις συνθήκες είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσα km θα διανύσει ένας αγριόχοιρος σε μία νύχτα και πόσο χρόνο θα αφιερώσει σ’ αυτό.

Επιλογή περιοχής για γιατάκι.

Ο αγριόχοιρος επιλέγει πάντα θέση για να γιατακιάσει με πρώτο κριτήριο την ησυχία. Η θέση αυτή θα πρέπει να έχει τέτοια έκθεση ως προς τον ορίζοντα, ώστε να έχει ακουστική από όλες τις κατευθύνσεις, και να βρίσκεται πάνω σε έδαφος στεγνό. Παρ’ όλα ταύτα πολλές φορές οι κυνηγοί τον συναντούν σε θέσεις εντελώς απρόσμενες, αλλά το ζώο έχει δικούς του λόγους που γιατάκιασε εκεί, που εμείς δεν είναι εύκολο να τους γνωρίζουμε. Δεν είναι λίγες οι φορές που «σηκώνουμε» γουρούνια σε θέσεις ανήλιες, όπου κανένα ζώο δεν θα επιθυμούσε να διανυκτερεύσει σε αυτές. Η κυνηγετική πίεση είναι ο κύριος λόγος που ωθεί τα ζώα αυτά να επιλέξουν θέσεις για γιατάκι πολύ απίθανες, και ας μην ξεχνάμε ότι είναι πιο πονηρά από εμάς.

Παλιότερα που στην χώρα μας υπήρχαν ακόμη ορεινές καλλιέργειες καλαμποκιού τα γουρούνια έρχονταν πολλές φορές από πολύ μακριά έβοσκαν στο καλαμπόκι και έφευγαν πάλι πίσω για να γιατακιάσουν. Πολλές φορές όμως οι κυνηγοί βλέποντας τα φρέσκα σημάδια της βοσκής έψαχναν να τα βρουν στα γύρω δάση ενώ αυτά ήταν γιατακιασμένα μέσα στο ίδιο το καλαμποκοχώραφο!

Μπορούμε να πούμε λοιπόν, ότι ο αγριόχοιρος είναι ένα ζώο με φοβερή προσαρμοστικότητα και μέσα στον ζωτικό του χώρο γνωρίζει πολύ καλά όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος τόσο του φυσικού όσο και του ανθρωπογενούς και μπορεί να επιλέγει ανά πάσα στιγμή θέσεις για γιατάκι πολύ καλά μελετημένες.

Πηγές:

L. Cabanau. Occupation de l’ espace et deplacements. Mag. Le shasseur de sanglier, p. 16-23.

G. Valet. Les mysteres des deppacements. Mag. Chasse – shanglier – passion, p. 18-19

L. Bouldoire, j. Vassant. Le shanglier

O.N.C.F.S. Le sanglier

Αφηγήσεις των φίλων και κυνηγετικών μου δασκάλων: Αειμνήστου Ανέστη Κυρμανίδη, Στάθη Μενζιτζόγλου και Δημήτρη Ευμοιρίδη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *