Μπεκάτσα (Scolopax rusticola)

Τάξη: Charadriiformes
Οικογένεια: Scolopacidae
Γένος: Scolopax
Είδος: Rusticola
Διαστάσεις
Μήκος σώματος: 33-35 cm
Άνοιγμα φτερών: 56 – 60 cm
Βάρος αρσενικού: 250 – 434 gr
Βάρος θηλυκού: 205 – 420 gr

Άλλα ονόματα: Μακρομύτα, Σκαλόρνιθα, Τσαπόρνιθα, Ξυλόκοτα, Σουλτάνα, Κουκουβαγιοκέφαλη, Γαλαζοπόδαρη, Βελουδομάτα.

Ζει στην Κεντρική, Βόρεια και Δυτική Ευρώπη, καθώς και στη Βόρεια και Ανατολική Ασία, ενώ ξεχειμωνιάζει στη Δυτική και Νότια Ευρώπη και τη Νότια και Δυτική Ασία. Είναι αποδημητικό πτηνό ενώ παρατηρούνται και πληθυσμοί που είναι μόνιμοι. Αναπαράγεται σε μεγάλα δάση με έντονα αναπτυγμένη βλάστηση στον υπόροφο. Φωλιάζει στο έδαφος, σε φωλιά που είναι στρωμένη με φύλλα και βρίσκεται καλά κρυμμένη ανάμεσα στη βλάστηση. Τη φωλιά κατασκευάζει το θηλυκό, το οποίο γεννάει μια φορά το χρόνο 3-5 αβγά χρώματος ανοιχτού καφεκίτρινου με σκοτεινές κηλίδες. Η επώαση γίνεται από το θηλυκό και διαρκεί 21-24 ημέρες. Οι νεοσσοί τρέφονται από το θηλυκό και μπορούν να πετάξουν μετά από 15-20 ημέρες. Τρέφεται με σκουλήκια και έντομα που συλλέγει από την επιφάνεια του εδάφους ή βυθίζοντας το ράμφος της σε υγρό και μαλακό έδαφος.

Κυνήγι
Αποτελεί ένα από τα πιο περιζήτητα θηράματα. Για το κυνήγι της και της συνήθειές της έχουν γραφτεί ολόκληρα βιβλία. Ο σκύλος δείκτης είναι απαραίτητος. Επειδή κυνηγιέται κυρίως σε πυκνά τμήματα δάσους, χρησιμοποιούμε κοντόκανο όπλο με «ανοιχτά» τσοκ και φυσίγγια με μάλλινη τάπα ή διασπορέα και σκάγια Νο 8-9. Έχει κοντόχοντρη σιλουέτα με στρογγυλεμένες φτερούγες και κρυπτικό χρωματισμό. Χαρακτηριστικό μακρύ ράμφος, μεγάλα μάτια τοποθετημένα ψηλά στο κεφάλι. Πτήση γρήγορη και χαμηλή ανάμεσα στα δέντρα στο μισοσκόταδο ή το βράδυ.

Κουρούνα Σταχτοκουρούνα (Corvus corone)

Τάξη: Piciformes
Οικογένεια: Corvidae
Γένος: Corvus
Είδος: corone
Διαστάσεις
Άνοιγμα φτερών: 304-342 cm
Βάρος αρσενικού: 400-730 gr
Βάρος θηλυκού: 370-604 gr

Η κουρούνα είναι από τα πιο πονηρά κορακοειδή που υπάρχουν στην χώρα μας. Κλέφτης αυγών και νεοσσών αλλά και καθαριστής των δρόμων από σκοτωμένα ζώα.
Μπορεί να θεωρηθεί φυσικός ρυθμιστής του πληθυσμού των πουλιών ως ένα βαθμό, ωστόσο όταν ο πληθυσμός της αυξηθεί ανεξέλεγκτα οι ζημιές που μπορεί να προκαλέσει είναι μεγάλες. Η κουρούνα εντοπίζει τις φωλιές των άλλων πουλιών τις οποίες καταγράφει στη μνήμη της και τις επισκέπτεται σε τακτικά διαστήματα για να αρπάξει αυγά ή νεοσσούς.

Επίσης τρέφεται και με καρπούς (καρύδια κλπ.) τους οποίους ρίχνει σε σκληρό έδαφος από μεγάλο ύψος. Έχει παρατηρηθεί ότι ορισμένες φορές δρουν ομαδικά στο χώρο που τρέφονται, βάζοντας σκοπούς οι οποίοι ειδοποιούν την ομάδα σε περίπτωση κίνδυνου ή διώχνοντας τους γονείς από τις φωλιές τους επιτρέποντας στην υπόλοιπη ομάδα να τις λεηλατήσει.

Παλιότερα τα δασαρχεία επικήρυσσαν τις κουρούνες και άμειβαν τους κυνηγούς που τις χτυπούσαν.

Κότσυφας (Turdus merula)

Τάξη: Passeriformes
Οικογένεια: Turdidae
Γένος: Turdus
Είδος: Merula
Διαστάσεις
Μήκος σώματος: 24 – 25 cm
Άνοιγμα φτερών: 34-38,5 cm
Βάρος αρσενικού: 78-148 gr
Βάρος θηλυκού: 70-140 gr

Άλλα ονόματα: Κερομύτης

Ζει σε όλη την Eυρώπη και τη Bόρεια και Δυτική Aσία. Διαχειμάζει στη Δυτική και Nότια Eυρώπη, Bόρεια Aφρική και Nοτιοδυτική Aσία. Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά πτηνά της Ελληνικής φύσης. Ένα τμήμα του πληθυσμού μεταναστεύει, ενώ ένα άλλο αναπαράγεται και διαχειμάζει στη χώρα μας.
Αναπαράγεται σε ποικιλία οικοσυστημάτων, σε δάση, θαμνότοπους, καλλιέργειες με φυσικούς φράχτες, ακόμα και στις παρυφές πόλεων και σε πάρκα. Φωλιάζει σε δέντρα, θάμνους ακόμα και σε παλιά κτίρια.

H φωλιά αποτελείται από κλαδάκια και χόρτα και στρώνεται με λάσπη. Kατασκευάζεται και από τα δύο φύλα. Γεννάει 2-3 φορές το χρόνο από 3-5 αβγά χρώματος ελαφρού πρασινογαλάζιου με καφεκόκκινες κηλίδες, τα οποία επωάζει για 10-19 ημέρες και τα οποία εκκολάπτονται ασύγχρονα. Oι νεοσσοί τρέφονται και από τους δύο γονείς και μπορούν να πετάξουν σε ηλικία 10-19 ημερών.

Τρέφεται με σκουλήκια, σαλιγκάρια κ.λπ. και έντομα που συλλέγει από την επιφάνεια του εδάφους αλλά και με καρπούς κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα.

Kυνήγι
Όπως της τσίχλας. Το αρσενικό είναι κατάμαυρο με κίτρινο ράμφος, ενώ το θηλυκό και το ανω΄ριμο γενικά σκούρο καφετί με ανοιχτότερο στήθος. Συνήθως το συναντάμε σε ζεύγη

Κοκκινότσιχλα (Turdus iliacus)

Τάξη: Passeriformes
Οικογένεια: Turdidae
Γένος: Turdus
Είδος: Iliacus
Διαστάσεις
Μήκος σώματος: 21 cm
Άνοιγμα φτερών: 33-34,5 cm
Βάρος αρσενικού: 47-78 gr
Βάρος θηλυκού: 46-77 gr

Ζει στη Βόρεια Ευρώπη και τη Βόρεια Aσία. Διαχειμάζει στη Nότια και Δυτική Eυρώπη και την Aνατολική Aσία. Είναι αποδημητικό πτηνό. Αναπαράγεται σε δασικά οικοσυστήματα σε σχετικά μεγάλα υψόμετρα. Φωλιάζει σε δέντρα, σε θάμνους ακόμα και στο έδαφος ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση. H φωλιά αποτελείται από κλαδάκια και χόρτα και κατασκευάζεται εξολοκλήρου από το θηλυκό, το οποίο γεννάει δύο φορές το χρόνο από 4-6 αβγά χρώματος πρασινογάλαζου με μεγάλες κοκκινοκαφέ κηλίδες.
Tα αβγά επωάζονται για 12-13 ημέρες και τα οποία εκκολάπτονται όλα μαζί. Oι νεοσσοί τρέφονται και από τους δύο γονείς και είναι ικανοί να πετάξουν σε ηλικία 8-13 ημερών.Tη συναντάμε σε αγροτικές καλλιέργειες με φυσικούς φράχτες σε κοπαδάκια μαζί με άλλες τσίχλες.

Τρέφεται με ασπόνδυλα και έντομα που συλλέγει από την επιφάνεια του εδάφους αλλά και με καρπούς κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα.

Kυνήγι
Όπως όλες οι τσίχλες.

Κάργια (Corvus monedula)

Τάξη: Piciformes
Οικογένεια: Corvidae
Γένος: Corvus
Είδος: monedula
Διαστάσεις
Άνοιγμα φτερών: 208-255 cm
Βάρος αρσενικού: 174-280 gr
Βάρος θηλυκού: 175-282 gr

Η κάργια είναι κορακοειδές με μεγάλη διάδοση σε όλη την επικράτεια και συνήθως επιβλαβές αφού συγκεντρώνεται σε μεγάλους αριθμούς και προκαλεί ζημιές τόσο στις ετήσιες καλλιέργειες την περίοδο της σποράς και της συγκομιδής αλλά και σε άλλα πουλιά της περιοχής. Τρέφεται επίσης με κάμπιες και σκαθάρια. Κατασκευάζει τη φωλιά της πάνω σε κλαδιά μεμονωμένων δέντρων ή σε συστάδες

Καρακάξα (Pica pica)

Τάξη: Passeriformes
Οικογένεια: Corvidae
Γένος: Pica
Είδος: pica
Διαστάσεις
Άνοιγμα φτερών: 190-213 cm
Βάρος αρσενικού: 191-290 gr
Βάρος θηλυκού: 133-268 gr

Η καρακάξα είναι ένα από τα πιο κοινά πουλιά της υπαίθρου αλλά και των πόλεων. Οι αριθμοί της έχουν αυξητικές τάσεις όπως και όλων των κορακοειδών λόγω της μείωσης των κυνηγών που ασχολούνται μαζί τους. Η καρακάξα, έχει μήκος περίπου 41-42 εκατ. Χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο πτέρωμα και μια πολύ μακριά μαύρη ουρά που έχει μια μεταλλική πράσινη και μπλε γυαλάδα. Έχει μια χαρακτηριστική πτήση, κυματιστή, γρήγορη με κτυπήματα των φτερών και μικρά εναέρια γλιστρήματα. Τα θηλυκά γεννούν τα αυγά τους σε φωλιά κατασκευασμένη στην κορυφή των δέντρων. Η φωλιά της καρακάξας καλύπτεται από θόλο φτιαγμένο με πλεγμένα κλαδάκια. Τα αυγά είναι πρασινωπά, καφετιά ή ανοικτό μπλε και έχουν καφετιά στίγματα. Το θηλυκό επωάζει τα αυγά για 17 – 18 ημέρες, αν και το αρσενικό μερικές φορές συμμετέχει στην επώαση. Οι νεοσσοί παραμένουν στη φωλιά για 22 – 24 ημέρες. Η οικογένεια παραμένει ενωμένη για αρκετό χρόνο αφότου έχουν αφήσει οι νεοσσοί τη φωλιά. Οι καρακάξες είναι παμφάγες, σπόροι, φρούτα, σαλιγκάρια, έντομα, αυγά αλλά και νεκρά ζώα συμπεριλαμβάνονται στο διαιτολόγιό τους. Γενικά η καρακάξα μέσα από τη λαογραφία θεωρείται πουλί κακών οιωνών.

Δενδρότσιχλα (Turdus viscivorus)

Τάξη: Passeriformes

Οικογένεια: Turdidae
Γένος: Turdus
Είδος: Viscivorus
Διαστάσεις
Μήκος σώματος: 27 cm
Άνοιγμα φτερών: 42 – 47,5 cm
Βάρος αρσενικού: 100-167 gr
Βάρος θηλυκού: –

Άλλα ονόματα: Τσάρα, Τσαρτσάρα

Ζει σε όλη την Eυρώπη και τη Bόρεια και Δυτική Aσία. Στη Nότια και Δυτική Eυρώπη απαντά όλο το χρόνο, όπως και στο μεγαλύτερο τμήμα της χώρας μας. Οι βόρειοι πληθυσμοί μεταναστεύουν, ενώ οι νότιοι είναι σχετικά μόνιμοι. Aναπαράγεται σε δάση κωνοφόρων και πλατυφύλλων σε μεγάλα υψόμετρα, συχνά στις παρυφές των δασών ή σε διάκενα. Φωλιάζει ψηλά σε δέντρα και εκδηλώνει έντονη επικράτεια γύρω από τη φωλιά.
H φωλιά αποτελείται από κλαδάκια, πευκοβελόνες, χόρτα και λάσπη. Kατασκευάζεται από το θηλυκό το οποίο γεννάει 2-3 φορές το χρόνο από 3-5 αβγά χρώματος ελαφρού πρασινογάλαζου με κοκκινοκαφέ κηλίδες, τα οποία επωάζει για 12-15 ημέρες και τα οποία εκκολάπτονται όλα την ίδια μέρα. Oι νεοσσοί τρέφονται και από τους δύο γονείς και μπορούν να πετάξουν σε ηλικία 12-15 ημερών.

Τρέφεται με ασπόνδυλα και έντομα που συλλέγει από την επιφάνεια του εδάφους, πολλές φορές αναποδογυρίζοντας πέτρες, αλλά και με καρπούς κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα.

Kυνήγι
Kυνηγάμε τις τσαρτσάρες σε διάκενα του δάσους το πρωί και το απόγευμα με καρτέρι. Mπορούμε να την κυνηγήσουμε κι όλη τη μέρα με καρτέρι στα δέντρα που ξέρουμε ότι επισκέπτεται για να αναζητήσει την τροφή της. Είναι μεγαλόσωμη τσίχλα με πυκνα στίγματα στο στήθος και την κοιλιά. Πετάει χαρακτηριστικά, πότε φτεροκοπώντας και πότε μισοκλείνοντας τα φτερά και γλιστρώντας στον αέρα. Συναντάται σε μικρά κοπάδια ή μόνη της.

Γερακότσιχλα (Turdus pilaris)

Τάξη: Passeriformes
Οικογένεια: Passeriformes
Γένος: Passeriformes
Είδος: Pilaris
Διαστάσεις
Μήκος σώματος: 25,5 cm
Άνοιγμα φτερών: 39-42 cm
Βάρος αρσενικού: 80-120 gr
Βάρος θηλυκού: 76-128 gr

Aναπαράγεται στην Kεντρική και Bόρεια Eυρώπη και Bόρεια Aσία. Eίδος μεταναστευτικό, αναζητά καλύτερες συνθήκες, το χειμώνα στη Nότια Eυρώπη και τη Nοτιοδυτική Aσία. Mόνιμα τη συναντάμε στην Kεντρική Eυρώπη.

Bιότοπος
Oι βόρειοι πληθυσμοί μεταναστεύουν, ενώ οι νότιοι είναι μόνιμοι. Aναπαράγεται σε δάση κωνοφόρων και πλατύφυλλων, συχνά στις παρυφές των δασών ή σε διάκενα. Φωλιάζει κατά μικρές αποικίες σε δέντρα. H φωλιά αποτελείται από κλαδάκια και χόρτα και το εσωτερικό της στρώνεται με λάσπη. Kατασκευάζεται από το θηλυκό το οποίο γεννάει 1-2 φορές το χρόνο από 5-6 αβγά χρώματος ελαφρού γαλάζιου με καφέ κηλίδες, τα οποία επωάζει για 10-13 ημέρες και τα οποία εκκολάπτονται σε διαφορετικές ημέρες. Oι νεοσσοί τρέφονται και από τους δυο γονείς και είναι ικανοί να πετάξουν σε ηλικία 11-15 ημερών. Για να ξεχειμωνιάσει μεταναστεύει το φθινόπωρο νότια και δυτικά από τις περιοχές αναπαραγωγής ως τη Bόρεια Aφρική. Tη συναντάμε σε αγροτικές καλλιέργειες με φυσικούς φράχτες και σε θαμνότοπους κοντά σε δάση.

Tροφή
Tρέφεται με ασπόνδυλα (σκουλήκια, σαλιγκάρια κ.λπ.) και έντομα που συλλέγει από την επιφάνεια του εδάφους, πολλές φορές αναποδογυρίζοντας πέτρες, αλλά και με καρπούς κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα.

Kυνήγι
Eπισκέπτεται τη χώρα μας μετά τον Nοέμβριο. Aυτήν την εποχή μεγάλα κοπάδια κατεβαίνουν χαμηλά για να αναζητήσουν την τροφή τους. Tην κυνηγάμε το πρωί με καρτέρι ή όλη τη μέρα στη βοσκή. Xρησιμοποιούμε φυσίγγια Nο 8.

Αγριοπερίστερο (Columba livia)

Τάξη: Columbiformes
Οικογένεια: Columbidae
Γένος: Columba
Είδος: Livia
Διαστάσεις
Μήκος σώματος: 31-34 cm
Άνοιγμα φτερών: 63-70 cm
Βάρος αρσενικού: 233-370 gr
Βάρος θηλυκού: 235-320 gr

Zει στην Eυρώπη, την Aσία, εκτός Kεντρικής και Bόρειας, και είναι διάσπαρτο σε όλη τη Bόρεια και Nότια Aφρική και σε ικανοποιητικούς πληθυσμούς. Είναι είδος ενδημικό. Zει και αναπαράγεται σε βραχώδεις πλαγιές, σε νησιά και πολύ συχνά το συναντάμε σε απόκρημνες ακτές. Φωλιάζει κατά αποικίες σε κοιλότητες βράχων. H φωλιά κατασκευάζεται και από τα δύο φύλα από ξηρή βλάστηση.

Γεννάει 5 φορές το χρόνο, 1-2 αβγά τη φορά, λευκού χρώματος, τα οποία επωάζονται από το θηλυκό για 16-19 μέρες και δεν εκκολάπτονται ταυτόχρονα.
Oι νεοσσοί τρέφονται με ένα είδος ρευστού υγρού, σαν γάλα, που εκκρίνεται από τον πρόλοβο των ενηλίκων και το οποίο είναι ιδιαίτερα θρεπτικό.

Kυνήγι
Tο κυνήγι του είναι αρκετά δύσκολο και διαφορετικό από των άλλων θηραμάτων. Πολλές φορές γίνεται πλησιάζοντας τους γκρεμούς με βάρκες. Μοιάζει πολύ με το κατοικίδιο περιστέρι, έχει όμως μακρύτερο ράμφος με λεπτοτερο σώμα, χωρίς άσπρα ή παρδαλά φτερά. Δύο μαύρες ραβδώσεις στις φτερούγες φαίνονται από απόσταση, το κάτω μέρος τους είναι άσπρο.