Ο υβριδισμός του αγριόχοιρου, κίνδυνος γενετικής μόλυνσης των πληθυσμών του.

Οι φυσικοί πληθυσμοί των θηραμάτων της χώρας μας αλλά και ολόκληρου του πλανήτη, διαθέτουν ένα ανεκτίμητης αξίας γενετικό υλικό το οποίο δημιουργήθηκε μέσα από φυσικές επιλογές αιώνων και τους επιτρέπει να επιβιώνουν, να προσαρμόζονται αλλά και να αντιστέκονται στις νέες αλλαγές των συνθηκών του περιβάλλοντος.

Κάθε λοιπόν τεχνητή νόθευση αυτού του γενετικού υλικού επιφέρει γενετική μόλυνση στους πληθυσμούς του είδους στο οποίο γίνεται.

 

Ας δούμε όμως πρακτικά τι σημαίνει αυτό στην περίπτωση του αγριόχοιρου.

Ο αγριόχοιρος της Δυτικής Ηπειρωτικής Ευρώπης δηλ. το υποείδος Sus scrofa scrofa, διαθέτει 36 ζεύγη χρωμοσώμων.

Ο αγριόχοιρος της Κορσικής, της Β. Αφρικής, κάποια υποείδη της Ρωσίας και της Ασίας και επίσης ο οικόσιτος χοίρος διαθέτουν 38 ζεύγη χρωμοσώμων.

Αυτά τα υποείδη του αγριόχοιρου καθώς και ο οικόσιτος χοίρος μπορούν να διασταυρωθούν με τον αγριόχοιρο της Δυτικής Ηπειρωτικής Ευρώπης και να δώσουν γόνιμα υβρίδια. Ειδικότερα ο αγριόχοιρος της Δυτικής Ηπειρωτικής Ευρώπης διασταυρούμενος με τον οικόσιτο χοίρο δίνει υβρίδια που διαθέτουν 36, 37 ή 38 ζεύγη χρωμοσώμων. Τονίζεται ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα υβρίδια αυτά είναι γόνιμα γιατί σε πολλές περιπτώσεις διασταυρώσεων άλλων ειδών τα παραγόμενα υβρίδια είναι άγονα όπως π.χ. το μουλάρι (γάϊδαρος Χ άλογο).

Βέβαια εκτός από την μεγάλη διαφορά στον γενότυπο, λόγω διαφορετικού αριθμού χρωμοσώμων, τα υβρίδια παρουσιάζουν και φαινοτυπικές διαφορές και κυρίως αυτά της πρώτης γενιάς, διότι στις μετέπειτα γενεές οι διαφορές αυτές τείνουν να αμβλυνθούν, η νόθευση όμως του γενότυπου παραμένει.

Ετσι σ” ένα πληθυσμό υβριδίων θα δούμε μεν τα τυπικά χαρακτηριστικά του καθαρόαιμου να υπερισχύουν, αλλά ανάμεσα στα ζώα αυτά κάποια θα έχουν περιστραμμένη ουρά, αυτιά με τάση να πέφτουν, λευκωπά άκρα, «ξεπλυμένο» χρώμα καφετί κ.λ.π., φτωχό τρίχωμα, γουρουνόπουλα χωρίς επιμήκεις ρίγες, κάπρους που οι χαυλιόδοντές τους δεν εφάπτονται απόλυτα όταν κλείνει το στόμα κ.α.

Ποιο είναι όμως πρακτικά το πρόβλημα της γενετικής μόλυνσης του πληθυσμού του αγριόχοιρου;

· Πρώτον η αισθητική υποβάθμιση των ζώων. Φανταστείτε να τριγυρνούν στα δάση της πατρίδας μας γουρούνια παρδαλά, με μισοπεσμένα αυτιά, με περιστραμμένη ουρά, υπέρβαρα κ.λ.π. Εγώ τουλάχιστον ως κυνηγός θα ένοιωθα αηδία!

· Δεύτερον. Ερευνες που έκαναν Γάλλοι επιστήμονες και τα αποτελέσματά τους δημοσιεύθηκαν στην μηνιαία επιθεώρηση του Εθνικού Οργανισμού Θήρας της Γαλλίας (Office National de la chasse), έδειξαν ότι τα υβρίδια του αγριόχοιρου με τον οικόσιτο χοίρο έχουν μειωμένο χώρο στο κρανίο για τον εγκέφαλο, πράγμα που σημαίνει λιγότερη ευφυΐα, άρα μειωμένη επιβιωσιμότητα έναντι φυσικών εχθρών και αντιξοοτήτων. Επίσης έδειξαν ότι έχουν μειωμένη οσφρηντική ικανότητα, άρα μειωμένη δυνατότητα λήψης τροφής. Μακροχρόνια λοιπόν και όταν ο υβριδισμός συνεχίζεται ο φυσικός πληθυσμός οδηγείται σε εκφυλισμό με όλες τις συνέπειες που συνεπάγεται αυτό.

· Τρίτον. Μειωμένη αντοχή σε αρρώστιες τι στιγμή που μπαίνει μέσα το αίμα του οικόσιτου χοίρου.

Από τα παραπάνω φαίνεται λοιπόν το μέγεθος του εγκλήματος που συντελείται στην Ελληνική ύπαιθρο από τον υβριδισμό του αγριόχοιρου και υπό την πλήρη αδιαφορία των αρμοδίων υπηρεσιών.

Με ποιόν τρόπο όμως γίνεται ο υβριδισμός του αγριόχοιρου στη χώρα μας; Πως δηλαδή έρχονται σε επιμιξία αγριόχοιρος και οικόσιτος χοίρος;

· Πρώτον από τις διασταυρώσεις των οικόσιτων χοίρων ελευθέρας βοσκής ή των υβριδίων ελευθέρας βοσκής (ημιάγρια) με τους καθαρόαιμους αγριόχοιρους.

· Δεύτερον από την «εξαγρίωση» των υβριδίων ελευθέρας βοσκής (ημιαγρίων) κυρίως των αρσενικών και την μετέπειτα διασταύρωσή τους με τους καθαρόαιμους αγριόχοιρους, και

· Τρίτον από την απελευθέρωση υβριδίων από τους Κυνηγετικούς συλλόγους.

Και εδώ τίθεται το ερώτημα, γιατί γίνονται όλα αυτά;

Είναι απλό: Αφ” ενός η εκτροφή ημιάγριων ελευθέρας βοσκής επιδοτείται από τις Δ/νσεις Γεωργίας και αφ” ετέρου οι τεχνητώς εκτρεφόμενοι αγριόχοιροι είναι το πλείστον υβρίδια, διότι αυτά είναι παραγωγικότερα από τα καθαρόαιμα και επίσης διότι η ανεύρεση καθαρόαιμων γεννητόρων είναι δύσκολη εφ” όσον η σύλληψη αγρίων ζώων από ιδιώτες απαγορεύεται.

Και τι πρέπει να γίνει;

· Πρώτον οι κυνηγετικοί σύλλογοι να αποφεύγουν να απελευθερώνουν αγριόχοιρους από ιδιωτικά εκτροφεία και όταν αυτό συμβαίνει να ζητούν πιστοποιητικό καθαροαιμίας από τον εκτροφέα. Επίσης στο εκτροφείο να ρίχνουν μια ματιά στην μορφολογία των γεννητόρων μήπως εντοπίσουν φαινοτυπικά σημάδια υβριδισμού. Οι κυνηγετικοί σύλλογοι που δεν τηρούν τα παραπάνω να μην τυχαίνουν οικονομικής ενίσχυσης από τις Ομοσπονδίες και να μην εγκρίνεται η δαπάνη αυτή ως φιλοθηραματική από τα Δασαρχεία.

· Δεύτερον, το Υπουργείο Γεωργίας να προβεί σε κατάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις ώστε:

* Η Δασική Υπηρεσία να προβαίνει σε συνεργασία με το επιστημονικό προσωπικό των κυνηγετικών οργανώσεων σε δειγματοληπτικό έλεγχο της καθαροαιμίας των αγορασθέντων αγριόχοιρων, που πρόκειται να απελευθερωθούν, από ιδιωτικά εκτροφεία. Για να γίνει αυτό αρκεί η λήψη 10 ml αίματος από κάθε ζώο και η συνεργασία με ένα εργαστήριο κυτογεννετικής κάποιας Κτηνιατρικής Σχολής για την ανάλυση του καρυοτύπου.

* Να απαγορευθεί η εκτροφή υβριδίων αγριόχοιρου (ημιάγρια) και οικόσιτου χοίρου με ελεύθερη βοσκή. Ως αντιστάθμισμα θα πρέπει να παραχωρείται στους εκτροφείς κατά χρήση δασική έκταση, εμβαδού αναλόγου της δυναμικότητας της μονάδας (13,3 m2 ανά kg εκτρεφόμενου ζώου), όπως σε ανάλογες περιπτώσεις παραχωρείται έκταση για εγκαταστάσεις ποιμνιοστασίων, πτηνοτροφίων κλπ.

Παρακάτω παρατίθενται κάποιοι όροι της γεννετικής για την καλύτερη κατανόηση των παραπάνω:

Γονίδιο είναι μια μονάδα κληρονομικότητας που ελέγχει κάποιο χαρακτηριστικό του οργανισμού.

Χρωμόσωμα είναι οι φορείς στους οποίους βρίσκονται κατά κανόνα τα γονίδια.

Τα χρωμόσωμα βρίσκονται στους πυρήνες των κυττάρων των οργανισμών και πολλοί απ” αυτούς είναι διπλοειδείς δηλαδή οι πυρήνες τους περιέχουν δύο σειρές χρωμοσώμων (ζεύγη).

Κυτογεννετική είναι η επιστήμη που μελετά την κληρονομικότητα σε σχέση με τα κύτταρα.

Καρυότυπος είναι η συγκεκριμένη χρωμοσωμική συγκρότηση ενός ατόμου ή ομάδας συγγενών ατόμων, η οποία προσδιορίζεται από το μήκος των χρωμοσώμων, τη μορφολογία τους και τον αριθμό τους.

Φαινότυπος είναι η εξωτερική εμφάνιση ενός ατόμου.

Γενότυπος είναι η γενετική σύσταση ενός ατόμου.

Πως να αυξήσουμε τον πληθυσμό του αγριόχοιρου σε μια περιοχή χωρίς να σταματήσουμε το κυνήγι.

Πολλές φορές ακούμε κάποιους φίλους μας να λένε ότι πρέπει να απαγορευθεί το κυνήγι (χρονικά ή γεωγραφικά) για να περισσέψει το θήραμα και πολλά άλλα διάφορα. Και αν αυτά τα λένε άνθρωποι απλοϊκοί έχει καλώς. Το ζήτημα είναι ότι τα λένε και άνθρωποι που βρίσκονται στα κέντρα των αποφάσεων. Σ” αυτή την περίπτωση είτε πρόκειται για εγκληματική άγνοια, είτε για σκόπιμη ενέργεια με αντικυνηγετικούς σκοπούς. Υπάρχουν λοιπόν τρόποι να αυξηθούν τα θηράματα με ταυτόχρονη άσκηση του κυνηγιού, αρκεί να εφαρμόσουμε κάποια διαχειριστικά μέτρα τα οποία είναι πολύ απλά στην πράξη και η εφαρμογή τους εξαρτάται βασικά από εμάς τους κυνηγούς.

 Θα δούμε λοιπόν παρακάτω την περίπτωση της αύξησης του πληθυσμού του αγριόχοιρου με ταυτόχρονη άσκηση του κυνηγίου με μόνο εργαλείο την ποιοτική επιλογή στην κυνηγετική κάρπωση.

Στην εικόνα που βλέπουμε δίπλα φαίνεται παραστατικά ο μηχανισμός αύξησης του πληθυσμού του αγριόχοιρου αν για τρία χρόνια δεν χτυπάμε τα μεγάλα θηλυκά.

Και να πως εξηγείται: Εστω ότι σε μια περιοχή στο τέλος του χειμώνα (λήξη του κυνηγίου) υπάρχει μια ενήλικη γουρούνα. Αυτή την ερχόμενη άνοιξη θα γεννήσει 6 γουρουνάκια (3 αρσενικά και 3 θηλυκά). Μπορούμε λοιπόν να κυνηγήσουμε με δύο σενάρια. Στο μέν πρώτο δεν θα χτυπάμε τα μεγάλα θηλυκά, στο δε δεύτερο θα χτυπάμε κατά κανόνα τα πιο μεγάλα. Ετσι το επόμενο φθινόπωρο για τον μεν πρώτο σενάριο χτυπάμε 4 μικρά (2 αρσενικά και 2 θηλυκά) για το δε δεύτερο χτυπάμε τη γουρούνα και 3 μικρά (1 θηλυκό και 2 αρσενικά). Στο τέλος του χειμώνα έχουμε στην περιοχή για το πρώτο σενάριο μια μεγάλη (ενήλικη) γουρούνα και δυο μικρά (ένα αρσενικό και 1 θηλυκό) και για το δεύτερο σενάριο μόνο 3 μικρά (2 θηλυκά και 1 αρσενικό). Ετσι την ερχόμενη άνοιξη μετά τις γέννες θα έχουμε για το πρώτο σενάριο την μεγάλη γουρούνα με τα 6 μικρά της (3 θηλυκά και 3 αρσενικά) και τα δυο μικρά του χειμώνα που έχουν γίνει έφηβοι και το θηλυκό έχει γεννήσει 3 μικρά (2 θηλυκά και 1 αρσενικό). Για το δεύτερο σενάριο, οι δυο έφηβες πλέον θηλυκές έχουν γεννήσει από τρία μικρά και υπάρχουν συνολικά 6 μικρά (3 αρσενικά και 3 θηλυκά) και ένας έφηβος κάπρος.

Με το κυνήγι το ερχόμενο φθινόπωρο για το πρώτο σενάριο χτυπάμε 8 μικρά (4 αρσενικά και 4 θηλυκά) και για το δεύτερο σενάριο χτυπάμε όλα τα μεγάλα (τις 2 έφηβες γουρούνες και το καπράκι) και τα 5 μικρά (3 αρσενικά και 2 θηλυκά). Ετσι στο τέλος του χειμώνα (λήξη κυνηγίου) στην περιοχή έχουν μείνει για το πρώτο σενάριο μια μεγάλη γουρούνα, μια έφηβη, ένα μικρό θηλυκό και ένα έφηβο καπρί, και για το δεύτερο σενάριο μόνο ένα μικρό θηλυκό.

Με τις γέννες της άνοιξης έχουμε για το πρώτο σενάριο 2 ενήλικες γουρούνες που θα γεννήσουν από 6 μικρά, μια έφηβη που θα γεννήσει 3 (συνολική παραγωγή 9 μικρά) και έναν κάπρο 3 ετών. Για το δεύτερο σενάριο έχουμε μόνο μια έφηβη γουρούνα που θα γεννήσει μόνο 3 μικρά.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι αν, μόλις έρθει το κοπάδι στο καρτέρι μας το στόχαστρο πάει αυτόματα στα μικρά και αφήσουμε τις γουρούνες να περάσουν, μέσα σε τρία χρόνια η περιοχή μας θα πλημμυρίσει γουρούνια. Για τους «γουρουνάδες» το μέτρο αυτό είναι ιδιαίτερα εφαρμόσιμο και αποτελεσματικό, γιατί αυτοί είναι οι κυνηγοί που κατ” εξοχήν κυνηγούν στα ίδια μέρη, τα γνωρίζουν πολύ καλά και αυτοί πρώτοι θα δρέψουν τους καρπούς από την εφαρμογή αυτού του κανόνα.

Αφήστε λοιπόν τους αφελείς να λένε ότι ο μόνος τρόπος για να αυξηθεί το θήραμα είναι να απαγορευθεί το κυνήγι για κάποια χρόνια ή σε κάποιες περιοχές κλπ. Αυτοί ή αντικυνηγοί είναι ή κυνηγοί που μόνο κακό στο κυνήγι κάνουν.

Πολλές φορές ακούμε κάποιους φίλους μας να λένε ότι πρέπει να απαγορευθεί το κυνήγι (χρονικά ή γεωγραφικά) για να περισσέψει το θήραμα και πολλά άλλα διάφορα. Και αν αυτά τα λένε άνθρωποι απλοϊκοί έχει καλώς. Το ζήτημα είναι ότι τα λένε και άνθρωποι που βρίσκονται στα κέντρα των αποφάσεων. Σ” αυτή την περίπτωση είτε πρόκειται για εγκληματική άγνοια, είτε για σκόπιμη ενέργεια με αντικυνηγετικούς σκοπούς. Υπάρχουν όμως και άλλοι τρόποι να αυξηθούν τα θηράματα με ταυτόχρονη άσκηση του κυνηγιού, αρκεί να εφαρμόσουμε κάποια διαχειριστικά μέτρα τα οποία είναι πολύ απλά στην πράξη και η εφαρμογή τους εξαρτάται βασικά από εμάς τους κυνηγούς. Θα δούμε λοιπόν παρακάτω την περίπτωση της αύξησης του πληθυσμού του αγριόχοιρου, με ταυτόχρονη άσκηση του κυνηγίου, με μόνο εργαλείο την ποιοτική επιλογή στην κυνηγετική κάρπωση.

Στις εικόνες 1-3 φαίνεται παραστατικά ο μηχανισμός αύξησης του πληθυσμού του αγριόχοιρου, αν για μια χρονιά αποφεύγουμε να χτυπάμε τα μεγάλα θηλυκά.

Και να πως εξηγείται:

Εικ. 1. Περίπτωση 1η. Εστω ότι σε μια περιοχή με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου υπάρχουν 10 ζώα: 5 ενήλικα και 5 ανήλικα και με το κυνήγι τα παίρνουμε όλα. Την ερχόμενη άνοιξη δεν υπάρχει τίποτα για να δώσει παραγωγή.

Εικ. 2. Περίπτωση 2η. ΄Εστω πάλι ότι στην περιοχή με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου υπάρχουν 10 ζώα : 5 ενήλικα και 5 ανήλικα και με το κυνήγι χτυπιούνται τα μισά και είναι και τα πέντε ενήλικα δηλ. τα πιο μεγάλα. Την ερχόμενη άνοιξη θα έχουμε 5 έφηβα που θα γεννήσουν το πιθανότερο 5 γουρουνόπουλα.

Εικ. 3. Περίπτωση 3η. Εστω τώρα ότι στην περιοχή με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου υπάρχουν 10 ζώα : 5 ενήλικα και 5 ανήλικα και με το κυνήγι χτυπιούνται τα μισά και τα οποία είναι τα 4 νεαρά και μόνο το 1 ενήλικο (μεγάλο). Την ερχόμενη άνοιξη θα έχουμε 4 ενήλικα ζώα και 15 γουρουνόπουλα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο αρχικός πληθυσμός διπλασιάζεται, ενώ θηρεύσαμε και το μισό του.

Επομένως, αν έρθει το κοπάδι στο καρτέρι μας και το στόχαστρο πάει αυτόματα στα μικρά και αφήσουμε τις γουρούνες να περάσουν, την ερχόμενη άνοιξη η περιοχή μας θα πλημμυρίσει γουρούνια. Για τους «γουρουνάδες» το μέτρο αυτό είναι ιδιαίτερα εφαρμόσιμο και αποτελεσματικό, γιατί αυτοί είναι οι κυνηγοί που κατ” εξοχήν κυνηγούν στα ίδια μέρη, τα γνωρίζουν πολύ καλά και αυτοί πρώτοι θα δρέψουν τους καρπούς από την εφαρμογή αυτού του κανόνα.

Αφήστε λοιπόν τους αφελείς να λένε ότι ο μόνος τρόπος για να αυξηθεί το θήραμα είναι να απαγορευθεί το κυνήγι για κάποια χρόνια ή σε κάποιες περιοχές κλπ. Αυτοί ή αντικυνηγοί είναι ή κυνηγοί που μόνο κακό στο κυνήγι κάνουν.

pinaksilikias

Ο προσδιορισμός της ηλικίας του αγριόχοιρου

Για να διαχειριστούμε έναν πληθυσμό ενός θηραματικού είδους με διαχειριστικό μέσο το κυνήγι και ιδιαίτερα στην περίπτωση του αγριόχοιρου, πρέπει να λάβουμε υπ” όψη μας μια σειρά από παραμέτρους όπως: η έκταση μέσα στην οποία ζει και κινείται ο πληθυσμός και ασκείται το κυνήγι, η διαθεσιμότητα της τροφής, οι περιοχές για γιατάκια, οι αγροτικές καλλιέργειες, η κυνηγετική κάρπωση και η ηλικιακή δομή του πληθυσμού.

Στις περισσότερες περιπτώσεις η γνώση της κυνηγετικής κάρπωσης περιορίζεται στον αριθμό των θηρευθέντων ζώων στον οποίο καμιά φορά προστίθεται το φύλο, το βάρος και κάποια στοιχεία για την κατάσταση των γεννητόρων.

Η ηλικία του αγριόχοιρου η οποία είναι ένα στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους κυνηγούς εκτιμάται συνήθως χονδρικά απ” αυτούς από εξωτερικά χαρακτηριστικά των ζώων (ραβδώσεις, καστανό χρώμα, μαύρο χρώμα κ.λ.π.) ή από το βάρος. Η έρευνα έχει δείξει όμως, ότι η σχέση μεταξύ βάρους και ηλικίας των ζώων είναι πολύ χαλαρή, άρα και η εκτίμηση της ηλικίας από το βάρος επισφαλής. Πάντως στον πίνακα 1 δίνεται μια χαλαρή συσχέτιση μεταξύ βάρους και ηλικίας του αγριόχοιρου σε πλούσιους και σε φτωχούς για το είδος βιοτόπους.

Πίνακας 1. Σχέση μεταξύ ηλικίας και βάρους στο αγριόχοιρο

Σε τι ακριβώς μας χρειάζεται η ακριβής γνώση της ηλικίας των θηρευθέντων αγριόχοιρων;

Η εκτίμηση της ηλικίας των θηρευθέντων πάντα ζώων μας επιτρέπει:

· να καθορίσουμε την ακριβή περίοδο της αναπαραγωγής (ημερομηνία γέννησης των μικρών).

· να διαπιστώσουμε αν η ανάπτυξη των νεαρών είναι ισορροπημένη και να προσδιοριστούν ενδεχομένως οι περίοδοι έλλειψης τροφής, και

· να υπολογιστεί το ποσοστό επιβίωσης των νεαρών, σ” έναν δεδομένο πληθυσμό.

Μέθοδοι προσδιορισμού της ηλικίας

Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι προσδιορισμού της ηλικίας ενός νεκρού αγριόχοιρου, αλλά εμείς σ” αυτό το άρθρο θα αναπτύξουμε μόνο δύο, διότι αυτές είναι πολύ εύκολο να εφαρμοστούν και στην πράξη από τον κάθε κυνηγό.

Μέθοδος προσδιορισμού της ηλικίας από την μορφή της οδοντοστοιχίας της κάτω σιαγώνας

Ο αγριόχοιρος είναι ένα θηλαστικό και όπως όλα τα ζώα αυτής της κλάσης, εμφανίζει πρώτα την γαλακτική οδοντοστοιχία και κατόπιν την οριστική. Οι διαφορετικές μορφές που παίρνει η οδοντοστοιχία της κάτω σιαγώνας κατά τις διάφορες φάσεις εμφάνισης των δοντιών επιτρέπουν τον προσδιορισμό της ηλικίας του ζώου.

Για να γίνει σαφής η διάκριση των δοντιών υιοθετήσαμε την διεθνή κωδικοποίηση στον συμβολισμό των δοντιών, που ισχύει για όλα τα θηλαστικά και είναι η εξής:

Γαλακτικοί Οριστικοί
Κοπτήρες: i I
Κυνόδοντες: c C
Προγόμφιοι: p P
Γομφίοι: M

Μπορούμε έτσι να διακρίνουμε πέντε κλάσεις ηλικίας εξετάζοντας την κάτω σιαγώνα, σύμφωνα με τις εικ. 1-5.

· Εικ. 1: 6 – 8 μηνών.

Σε κάθε πλευρά υπάρχουν 3 κοπτήρες γαλακτικοί: ο εξωτερικός ι3, ο μεσαίος ι2 και ο εσωτερικός ι1, ο γαλακτικός κυνόδοντας c, 3 προγόμφιοι γαλακτικοί, οι p2, p3, p4 ( o p4 εμφανίζεται με τρεις λοβούς) και ο πρώτος οριστικός γομφίος Μ1. Χαρακτηριστική είναι η λεπτή και οξεία όψη του ι3 και του c.

· Eικ. 2: Περίπου 12 μηνών.

Εχουν εμφανιστεί ο οριστικός κυνόδοντας C και ο εξωτερικός κοπτήρας ι3. Ο δεύτερος γομφίος Μ2 είναι υπό ανάπτυξη. Ο γαλακτικός κοπτήρας ι1 είναι έτοιμος να πέσει και να αντικατασταθεί από τον οριστικό Ι1. Οι προγόμφιοι γαλακτικοί έχουν φθαρεί.

· Εικ. 3: 14 – 17 μηνών.

Ο εσωτερικός οριστικός κοπτήρας Ι1 αναπτύσσεται. Ο δεύτερος γομφίος Μ2 έχει εμφανιστεί. Ο τέταρτος γαλακτικός προγόμφιος p4 έχει φθαρεί πολύ, θα πέσει και θα αντικατασταθεί από τον Ρ4 κάτασπρο και δυνατό. Ο δεύτερος και ο τρίτος γαλακτικός προγόμφιος p2 και p3 αντικαθίστανται λίγο – λίγο από τους Ρ2 και Ρ3. Ο κυνόδοντας C αρχίζει να παρουσιάζει ένα σημείο τριβής.

· Εικ. 4: 19 – 21 μηνών.

Ο γαλακτικός μεσαίος κοπτήρας ι2 έχει πέσει και ο αντικαταστάτης του οριστικός Ι2 βρίσκεται υπό ανάπτυξη. Αντίθετα ο κοπτήρας Ι1 είναι πλέον αναπτυγμένος καθώς και ο δεύτερος γομφίος Μ2. Ο τρίτος γομφίος Μ3 είναι σε εξέλιξη και ο τέταρτος προγόμφιος Ρ4 παρουσιάζει 2 λοβούς.

· Εικ. 5: 27 – 30 μηνών.

Ο τρίτος γομφίος Μ3 έχει ήδη αναπτυχθεί αλλά η ανάπτυξή του θα ολοκληρωθεί τον 36ο μήνα (3 ετών). Οι οριστικοί κοπτήρες έχουν πλήρως αναπτυχθεί και σχηματίζουν μια ελαφρά καμπύλη. Η οδοντοστοιχία είναι πλήρης. Οι προγόμφιοι και ο 1ος γομφίος Μ1 έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν φθορά.

2. Μέθοδος του Brandt (αναλογία διαμέτρων σε δύο σημεία του κυνόδοντα)

Με την μέθοδο αυτή μπορούμε να εκτιμήσουμε χονδρικά την ηλικία των κάπρων και μόνο, από τις διαστάσεις του κυνόδοντα. Ετσι μετράμε την διάμετρο στην βάση του κυνόδοντα DB και την διάμετρο ακριβώς κάτω από το σημείο που αρχίζει η επαφή των δύο κυνόδοντων (του πάνω και του κάτω) όταν κλείνει το στόμα DT. Το πηλίκο των δύο αυτών διαμέτρων DB/ DT δίνει κατά προσέγγιση την ηλικία όπως φαίνεται στην εικόνα 6 ή στον πίνακα 2.

Πίνακας 2. Εκτίμηση της ηλικίας των κάπρων με την μέθοδο του Brandt

Τιμές του πηλίκου DB/ DT Ηλικία κάπρου κατά προσέγγιση
> 1,50 1 έτους
1,50 – 1,20 2 – 4 ετών
1,20 – 1,05 5 – 7 ετών
1,04 – 1 > 8 ετών
Πηγή: Gilb. Valet

Στο δια ταύτα …

Μελετώντας τα παραπάνω βλέπουμε ότι είναι αρκετά απλό να προσδιορίσουμε την ηλικία ενός νεκρού αγριόχοιρου, χωρίς κανένα ειδικό εργαλείο αν επιλέξουμε την 1η μέθοδο (της εξέτασης της μορφής της οδοντοστοιχίας) και μόνο μ” ένα παχύμετρο και ένα κομπιουτεράκι αν επιλέξουμε την 2η μέθοδο (του Brandt). Επειδή λοιπόν εμάς τους γουρουνάδες πολλές φορές μας αρέσει να κάνουμε τους γνώστες, δεν χρειάζεται να αναπτύξουμε καμιά μαντική τέχνη. Απλά μπορούμε να κόψουμε με το ψαλλίδι το φύλλο με τις εικόνες 1-5 ή να το βγάλουμε ένα φωτοαντίγραφο και να το έχουμε μαζί μας στην τσάντα. Μπορούμε ακόμη και να το πλαστικοποιήσουμε για να μη καταστραφεί. Μόλις λοιπόν η παρέα χτυπήσει ένα γουρούνι και όσο ακόμη είναι ζεστό (αν κρυώσει δεν θα ανοίγει το στόμα του), θα συγκρίνουμε την οδοντοστοιχία μιας από τις κάτω σιαγώνες μ” αυτές των εικόνων 1-5 και μ” όποιαν ταιριάζει είναι και η ηλικία του.

Ετσι μπορούμε να συσχετίσουμε την ηλικία με το βάρος του ζώου και να δούμε αν η χρονιά είναι πλούσια σε τροφή ή όχι.

Πηγές:

· G. Valet. Methode de determination de l” age des sangliers. Mag. Le shasseur de sanglier, n0 12, p.26-30.

· G. Valet. La dentition du sanglier. Mag. Chasse – sanglier – passion, no 4, p.28 -29.

· L. Bouldoire, J. Vassant. Le sanglier.

· O.N.C. Le sanglier

· Αφηγήσεις των φίλων και κυνηγετικών μου δασκάλων Ανέστη Κυρμανίδη, Στάθη Μετζιντζόγλου και Δημήτρη Ευμοιρίδη.

Η αναπαραγωγή του αγριόχοιρου

Σ” αυτό το άρθρο θα δούμε αναλυτικά όλη την βιολογία της αναπαραγωγής του αγριόχοιρου , τους φυσικούς παράγοντες που την επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά και πως την επηρεάζει το κυνήγι, ιδιαίτερα με τις άναρχες καρπώσεις και την μεγάλη κυνηγετική πίεση.

Η σεξουαλική ωριμότητα

Η σεξουαλική ωρίμανση μιας υγιούς νεαρής γουρούνας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες οι οποίοι μπορούν να την καθυστερήσουν μέχρι και τον 2ο χρόνο της ζωής της. Μια νεαρή θηλυκιά λοιπόν είναι δυνατόν από την ηλικία των 8 μηνών να συμμετάσχει στην αναπαραγωγή, μπορεί όμως να φθάσει και τα 2 χρόνια χωρίς να ζευγαρωθεί.

Απαραίτητες προϋποθέσεις, αλλά όχι πάντα αρκετές για να ζευγαρωθεί μια θηλυκιά είναι:

· Να φθάσει σ” ένα ελάχιστο σωματικό βάρος 30 – 40 Kg (χωρίς εντόσθια). Εδώ όμως εμπλέκονται οι επικρατούσες τροφικές συνθήκες, τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές, οι οποίες μπορούν να εξηγήσουν τις μεγάλες διαφορές που συναντάμε. Έχουμε λοιπόν συναντήσει γουρούνες 45 Kg παρθένες και άλλες 35 – 40 Kg να έχουν ήδη τεκνοποιήσει. Οπότε και η αφθονία της τροφής δεν αρκεί πάντα.

· Να φθάσει στο προβλεπόμενο σωματικό βάρος την κατάλληλη εποχή του έτους. Αν έχει γεννηθεί Φεβρουάριο και δεν έχει υποφέρει από σκληρές χειμερινές συνθήκες και η μητέρα της ήταν απόλυτα υγιής μιας κάποιας ηλικίας και το κυνήγι δεν την άφησε ορφανή, τότε αυτή η θηλυκιά θα έχει πολλές πιθανότητες να συμμετάσχει στην αναπαραγωγή από το προσεχές φθινόπωρο ή χειμώνα, όταν θα είναι 8 – 10 μηνών. Αντίθετα αν έχει γεννηθεί στο τέλος της άνοιξης, μέχρι τον Νοέμβριο – Ιανουάριο δεν θα έχει αναπτυχθεί αρκετά και έτσι δεν θα συμμετάσχει στην αναπαραγωγή.

Το αν μια γουρούνα λοιπόν ωριμάσει σεξουαλικά από τον 8ο μήνα της ζωής της εξαρτάται από την ημερομηνία γέννησης και από τις επικρατούσες κλιματικές και τροφικές συνθήκες, οι οποίες μπορούν να καθυστερήσουν την σωματική της ανάπτυξη. Ετσι οι θηλυκές που θα μπουν στη διαδικασία του ζευγαρώματος από το πρώτο φθινόπωρο της ζωής τους είναι λίγες. Οι περισσότερες θα ζευγαρωθούν την ερχόμενη άνοιξη ή το επόμενο φθινόπωρο όταν το βάρος τους θα φθάσει τα 50 – 60 Kg.

Στα νεαρά αρσενικά η σεξουαλική ωρίμανση σχετίζεται άμεσα με το βάρος των όρχεων. Έτσι αυτά θα είναι σεξουαλικά ώριμα όταν το βάρος των όρχεών τους φθάσει τα 50 gr. Η ηλικία τους την στιγμή αυτή υπό καλές συνθήκες θα είναι οι 10 μήνες. Μπορούν λοιπόν να ζευγαρώσουν από το πρώτο φθινόπωρο ή χειμώνα της ζωής τους υπό την προϋπόθεση όμως ότι έχουν γεννηθεί αργά τον χειμώνα η νωρίς την άνοιξη. Μόλις έρθει η σεξουαλική ωρίμανση στα αρσενικά, αυτά εκδιώκονται από το μητρικό τους κοπάδι. Εχει παρατηρηθεί όμως ότι μερικές φορές κάποια αρσενικά παραμένουν στο κοπάδι μέχρι και το ερχόμενο καλοκαίρι και το εγκαταλείπουν στην περίοδο του οργασμού του προσεχούς φθινοπώρου. Η περίπτωση αυτή δεν έχει ερευνηθεί επιστημονικά και δεν έχει δοθεί εξήγηση.

Ο οργασμός και η περίοδός του

Οργασμός λέγεται μια φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού των θηλαστικών, η οποία ωθεί τα ζώα να ζευγαρώσουν και ενεργοποιείται υπό ορισμένες συνθήκες οργανικές και περιβαλλοντικές.

Στα ελαφοειδή για παράδειγμα ο οργασμός είναι φαινόμενο περιοδικό με περίοδο ένα έτος και διαρκεί συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (περίπου ένα μήνα). Οι γέννες των νεογνών γίνονται την άνοιξη που είναι εποχή πολύ ευνοϊκή για την ανατροφή τους. Στον αγριόχοιρο όμως τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Η μεγάλη πλειοψηφία των γεννήσεων γίνεται από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο, αλλά δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να συναντήσουμε γουρούνες με μικρά (λεχώνες ή απλώς θηλάζουσες) όλο τον χρόνο. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αφύσικο, ούτε εξαίρεση του κανόνα. (Πολλοί πιστεύουν “ότι πρόκειται για ζώα που «απελευθερώθηκαν» για αναπληθυσμό. Λάθος! Οι γουρούνες που απελευθερώνονται για αναπληθυσμό δεν αναπαράγονται την πρώτη χρονιά, λόγω του στρες της αλλαγής περιβάλλοντος.)

Ο οργασμός στον αγριόχοιρο δεν έχει ετήσια περιοδικότητα, αλλά έρχεται περισσότερες από μια φορά τον χρόνο. Ο κύκλος αυτός έχει περίοδο 21 ημέρες από τις οποίες μόνο οι 2 είναι συλλήψιμες. Αυτός ο κύκλος διακόπτεται όταν το ζώο κυοφορεί, όταν βρίσκεται σε γαλουχία (θηλασμός των νεογνών) και κατά τις ημέρες του καλοκαιριού (Ιούνιος – Αύγουστος). Αυτή η διακοπή της γονιμότητας κατά την καλοκαιρινή περίοδο οφείλεται στην επίδραση που ασκεί στον οργανισμό των ζώων η μακρά διάρκεια της ημέρας. Πρόκειται δηλαδή για ένα φαινόμενο φωτοπεριοδισμού. Η μεγάλη διάρκεια της ύπαρξης του ηλιακού φωτός στο 24ωρο, προκαλεί μεταβολές στις λειτουργίες κάποιων αδένων και κατά συνέπεια διαταράσσεται η ορμονική ισορροπία. Ο κύκλος επανέρχεται το φθινόπωρο, εποχή πλούσια σε τροφή, από την οποία εξαρτάται και η καλή κατάσταση των ζώων, ώστε να περάσουν άνετα τις αντιξοότητες του επερχόμενου χειμώνα. Οι γουρούνες καταναλώνουν τους ώριμους καρπούς των δασικών δένδρων (βαλανίδι, «φυστίκι» οξυάς, κ.α. ) εναποθηκεύουν στους ιστούς τους τα θρεπτικά στοιχεία και ο «κύκλος» επανέρχεται.

Γνωρίζουμε ότι όλα τα κοπάδια συντίθενται αποκλειστικά από ενήλικα θηλυκά με τα μικρά τους και από έφηβες θηλυκές που γεννήθηκαν την προηγούμενη χρονιά. Τα μικρά αρσενικά της χρονιάς αυτής θα εκδιωχθούν από το κοπάδι μόλις οι θηλυκές μπουν σε περίοδο οργασμού για να μην υπάρξει κίνδυνος αιμομιξίας. Ετσι το φθινόπωρο αρχίζει ο οργασμός ο οποίος προκαλεί ριζική μεταβολή στην συμπεριφορά των κυρίαρχων θηλυκών. Αυτές θα μπούν πρώτες στον «χορό» και θα δώσουν το σύνθημα για να ακολουθήσουν και οι υπόλοιπες θηλυκές των κοπαδιών και κυρίως αυτές που πρώτη φορά συμμετέχουν στην αναπαραγωγική διαδικασία. Ο ρόλος τους είναι πρωταρχικός σ” αυτή την ιδιαίτερη φάση της αναπαραγωγής. Αυτός ο συγχρονισμός των κύκλων αποτελεί μια ιδιαιτερότητα για το είδος και είναι το μέσον που θα επιτύχει να γίνουν οι γεννήσεις ταυτόχρονα και η ανατροφή των νεογνών συλλογικά. Ετσι θα διατηρηθεί η συνοχή του κοπαδιού, η ανατροφή θα είναι ευκολότερη και η προστασία από τους φυσικούς εχθρούς πιο αποτελεσματική. Το ένστικτο της αγελαίας κοινωνίας του αγριόχοιρου εκδηλώνεται σ” αυτούς τους μηχανισμούς σ” όλη του την μεγαλοπρέπεια. Οι κυρίαρχες θηλυκές μαζί μ” όλες τις άλλες μπαίνουν στην περίοδο του οργασμού ταυτόχρονα και δεν μένει άλλο από το να το γνωστοποιήσουν στους κάπρους της «γειτονιάς τους». Γι “αυτό η «αρχηγός» του κοπαδιού σημαδεύει πρώτα – πρώτα κάποια δένδρα τρίβοντας τον φλοιό με το ρύγχος της, αποθέτει σάλιο και εκκρίνει δάκρυα για να δείξει στους κάπρους ότι οι θηλυκές είναι έτοιμες να τους δεχθούν. Όλες οι άλλες θηλυκές κάνουν και αυτές το ίδιο για να διαδώσουν ότι ο οργασμός άρχισε.

Οι ξαναμμένοι αρσενικοί μόλις λάβουν τα μηνύματα (οσφρηντικά) ξεχύνονται σε μια αναζήτηση των θηλυκών και πολλές φορές ρισκάρουν και κυκλοφορούν μέρα μεσημέρι. Για να αποθαρρύνει τους άλλους επίδοξους μνηστήρες ο κάθε κάπρος σημαδεύει το πέρασμά του με σάλια και ούρα. Όταν στο διάβα του βρεθεί και άλλος αντίζηλος κάπρος τον αντιμετωπίζει με γενναιότητα, με σπρωξιές (ώμος με ώμο), ξεφυσώντας για να δείξει την οργή του, με πρόθεση πάντα να τον εκφοβίσει και να τον αποθαρρύνει. Η πάλη είναι θεαματική, αλλά θανατηφόρες μάχες είναι σπάνιες. Απ” αυτή την πάλη συνήθως βγαίνει νικητής ο πιο βαρύς και έτσι ο πιο αδύνατος αναγκάζεται να ψάξει για άλλο κοπάδι.

Το ζευγάρωμα

Κουρασμένος και λίγο αδυνατισμένος ο νικητής κάπρος συνεχίζει να ψάχνει την θηλυκιά που τον περιμένει. Αυτή όμως θα αποφασίσει πια στιγμή θα γίνει το ζευγάρωμα, διότι μπορεί ο κύκλος να διαρκεί 21 μέρες, οι συλλήψιμες όμως δεν είναι παρά μόνο 2. Πρέπει λοιπόν να την ακολουθεί συνέχεια για να είναι παρών στην κατάλληλη στιγμή. Πηγαίνοντας από την μια στην άλλη ρουθουνίζει κάτω από την ουρά τους για να εκτιμήσει την κατάσταση της ωορηξίας, πολλές όμως πολύ νέες ή στείρες ενοχλούνται από αυτές τις «οικειότητες» και τον επιτίθενται. Αυτός συνεχίζει το ψάξιμο, μέχρι να βρεί αυτήν που θα έχει τα γεννητικά της όργανα κοκκινωπά και πρησμένα, η οποία θα τον αφήσει να την πλησιάσει. Πολύ προσεκτικά ο ξαναμμένος κάπρος την ρουθουνίζει στο ρύγχος, περνά το κεφάλι του κάτω από την κοιλιά της και της κάνει μασάζ στα πλευρά και στο κάτω μέρος του σώματος. Αυτή για να παρατείνει την τέρψη της, τον σταματά που και που, αλλά αυτός την ακολουθεί και επιχειρεί να την ακινητοποιήσει θέτοντας το πηγούνι του πάνω στα καπούλια της. Αυτή πολλές φορές αντιδρά δείχνοντάς του επιθετικότητα, η οποία όμως είναι και αυτή ένα κομμάτι του ερωτικού χορού που συμβαίνει σ” όλα τα θηλαστικά. Μουγκρίζοντας και ξεφυσώντας ο κάπρος επιμένει μέχρι την στιγμή που η θηλυκιά θα δεχτεί να την «καβαλήσει». Η θηλυκιά κάποια στιγμή μένει ακίνητη και τότε αρχίζει η συνουσία, η οποία κρατάει μερικά λεπτά. Αφού ολοκληρωθεί και η φάση αυτή ο κάπρος ψάχνει να δει μήπως κάποια άλλη θηλυκιά του κοπαδιού είναι στις «μέρες της». Σ” αυτή την περίπτωση ο χορός ξαναρχίζει απ” την αρχή. Αν όχι εγκαταλείπει το κοπάδι αυτό και ψάχνει για άλλες ευκαιρίες.

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που πολλοί παγανιέρηδες σηκώνουν κοπάδια και κοντά σ” αυτά (μερικές δεκάδες μέτρα) γιατακιάζει και κάποιος κάπρος. Σ” αυτές τις περιπτώσεις ο κάπρος «ξενύχτισε» ακολουθώντας τις θηλυκιές του κοπαδιού και κοιμήθηκε εκεί κοντά για να συνεχίσει το ερχόμενο βράδυ μέχρι να “ρθεί «η κατάλληλη στιγμή».

Όλοι οι κυνηγοί αυτού του θηράματος γνωρίζουμε καλά ότι σήμερα οι μεγάλοι στην ηλικία και βαρείς επιβήτορες σπανίζουν. Το γεγονός αυτό δεν είναι και τόσο ευχάριστο για το μέλλον του είδους, διότι οι ώριμοι και εύσωμοι γεννήτορες θα μπορούσαν να παράγουν περισσότερα και ευρωστότερα γουρουνόπουλα. Η μεγάλη πλειοψηφία των αρσενικών γεννητόρων είναι πολύ νεαροί, γιατί λείπουν οι πρεσβύτεροι. Επίσης πολλοί επιβήτορες απέχουν πολύ ακόμη από την τελική τους σωματική ανάπτυξη, αλλά εντούτοις αναπαράγονται. Εάν υπήρχε η υπεροχή των ώριμων γεννητόρων ή ακόμη και αυτών μεταξύ 2 – 3 ετών, αυτοί οι ανήλικοι δεν θα μπορούσαν να ζευγαρώσουν, διότι οι περισσότερο ευτραφείς, περισσότερο δυνατοί και κυρίαρχοι θα τους απομάκρυναν.

Είναι λοιπόν πρωταρχικό σε μια κυνηγετική διαχείριση του πληθυσμού του αγριόχοιρου να μένει στη φύση το 20% των ώριμων και μεγάλων κάπρων για να έχουμε και μια ποιότητα στην αναπαραγωγή.

Η κυοφορία

Όπως και στο κατοικίδιο γουρούνι έτσι και στον αγριόχοιρο η κυοφορία διαρκεί περίπου 4 μήνες.

Προστατευμένες από την ομαδική ζωή οι θηλυκιές, περνούν την περίοδο της εγκυμοσύνης τους ήρεμα. Χρειάζονται καλής ποιότητας τροφή, γι” αυτό ανακαλύπτουν και εκμεταλλεύονται τις καλύτερες θέσεις τροφοληψίας.

Το ποσοστό αρσενικών – θηλυκών νεογνών στην αναπαραγωγή (sex – ratio) είναι ίσο δηλ. 50% – 50%. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μια γουρούνα έγκυος έχει υποχρεωτικά τα μισά έμβρυα αρσενικά και τα μισά θηλυκά. Αν όμως μετρήσουμε στο σύνολο των γεννήσεων ενός πληθυσμού τα νεογνά, θα δούμε ότι η ποσοστιαία κατανομή μεταξύ αρσενικών και θηλυκών είναι περίπου 50 – 50.

Πόσα όμως γουρουνάκια μπορεί να γεννήσει μια θηλυκιά; Η απάντηση σ” αυτή την ερώτηση είναι: εξαρτάται ! Εξαρτάται λοιπόν από έναν και μόνο παράγοντα, που είναι το βάρος της μητέρας.

Κατά κανόνα ο μέσος όρος του αριθμού των εμβρύων είναι μεταξύ 4 και 5 (4,5). Αυτός είναι και ο αριθμός τον οποίο χρησιμοποιούν οι διαχειριστές για να προβλέψουν την επερχόμενη αναπαραγωγή σε μια περιοχή υπό την προϋπόθεση ότι είναι γνωστός ο αριθμός των ενηλίκων θηλυκών και ότι η ηλικιακή πυραμίδα στα κοπάδια δεν είναι διασπασμένη.

Από έρευνες έχει βρεθεί ότι γενικά η συσχέτιση βάρους θηλυκιάς και αριθμού εμβρύων είναι αυτή που δίνεται στον πίν. 1.

Βάρος θηλυκού αγριόχοιρου (χωρίς εντόσθια) σε Kg Αριθμός εμβρύων
30 – 40 2 – 3
40 – 50 4,25
> 50 5 – 8

Πιν. 1. Σχέση βάρους θηλυκού αγριόχοιρου και αριθμού εμβρύων σε μια κυοφορία

Επίσης από έρευνες που έγιναν αποδείχθηκε ότι η διαθεσιμότητα της τροφής μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των εμβρύων μέχρι και 20% και ότι σε κάθε περίοδο οργασμού δεν γονιμοποιούνται όλες οι θηλυκές και υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που ευθύνονται γι” αυτό. Κατά μέσο όρο πάντως:

· Στα θηλυκά ηλικίας μικρότερης του ενός έτους κυοφορεί το 1 στα 3.

· Στα θηλυκά μεταξύ 1 και 2 ετών το 80%

· Και στα θηλυκά ηλικίας μεγαλύτερης των 2 ετών το 90%

Βέβαια εδώ μιλάμε για μέσους όρους, οπότε κατά τόπους και χρόνους τα παραπάνω ποσοστά μπορεί να αλλάξουν πολύ. Συνοψίζοντας, ο αριθμός των εμβρύων εξαρτάται από το βάρος και την ηλικία της θηλυκιάς και από την διαθεσιμότητα της τροφής.

Αριθμός κυοφοριών ανά έτος

Αφού η περίοδος του οργασμού του αγριόχοιρου είναι 22 ημέρες, θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι μια θηλυκιά μπορεί να κυοφορήσει οποιαδήποτε εποχή του χρόνου. Αυτό βέβαια δεν είναι απόλυτα σωστό, αλλά ούτε και εντελώς λάθος. Εχουμε συναντήσει γουρούνες λεχώνες ή θηλάζουσες όλες τις εποχές του έτους όμως το μεγαλύτερο ποσοστό των γεννήσεων γίνεται μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου.

Ας δούμε όμως τι συμβαίνει μεταξύ δύο διαδοχικών ετών:

· Μια θηλυκιά ζευγαρώνει τον Ιανουάριο και είναι έγκυος μέχρι τα τέλη Απριλίου: 4 μήνες

· Τον Μάϊο και τον Ιούνιο βρίσκεται σε γαλουχία: 2 μήνες περίπου

· Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο βρίσκεται σε άνοιστρο λόγω καλοκαιρινής περιόδου: 2 μήνες

· Από τον Σεπτέμβριο και μετά μπορεί να έρθει η νέα περίοδος οργασμού η οποία διαρκεί 21 ημέρες. Ακριβώς το πότε θα έρθει η ώρα του οργασμού δηλ. αρχές Σεπτεμβρίου, τέλη Σεπτεμβρίου, Οκτώβριο; εξαρτάται από την διαθέσιμη τροφή και τις επικρατούσες κλιματικές συνθήκες.

· Το φθινόπωρο και τον χειμώνα κυοφορεί: 4 μήνες

· Tον Μάρτιο και τον Απρίλιο βρίσκεται σε γαλουχία: 2 μήνες

· Τον Μάϊο ξαναμπαίνει σε οργασμό και κυοφορεί μέχρι τον Σεπτέμβριο: 4μήνες

· Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο βρίσκεται σε γαλουχία: 2 μήνες

· Από τον Νοέμβριο έως τον Ιανουάριο του τρίτου έτους ξαναμπαίνει σε οργασμό.

Βλέπουμε λοιπόν ότι τον πρώτο χρόνο η γουρούνα έκανε μια γέννα και τον δεύτερο δύο. Αυτό βέβαια συμβαίνει υπό την προϋπόθεση ότι και στα δύο διαδοχικά χρόνια οι συνθήκες τροφής είναι πολύ καλές, οι καιρικές συνθήκες ήπιες και η ηλικιακή δομή των κοπαδιών πυραμιδοειδής. Πιο σωστό λοιπόν είναι να λέμε ότι ο ώριμος θηλυκός αγριόχοιρος κυοφορεί τρεις φορές στα δύο χρόνια.

Επίλογος

Κάποιοι αναγνώστες πιθανόν να αναρωτηθούν: γιατί μας τα γράφει όλα αυτά ο αρθρογράφος; και να σκεφτούν: εμείς δεν είμαστε βιολόγοι, παρά μόνο κυνηγοί! Μας ενδιαφέρει η γνώση που σχετίζεται μόνο με το κυνήγι του αγριόχοιρου και πως θα είμαστε πιο αποτελεσματικοί και όχι πότε γέννησε, πότε και πώς ζευγάρωσε κ.λ.π.!! Η απάντησή μου σ” αυτούς είναι η εξής: Όλα αυτά τα έγραψα ρε παιδιά, για να καταλήξω στο ότι, επειδή υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να βρεθούν γουρούνες σε περίοδο γαλουχίας ή ακόμη και λοχίας στη διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου, οι κυνηγοί που θέλουμε να λεγόμαστε και να είμαστε σοβαροί γουρουνάδες δεν πρέπει να τουφεκάμε στο «μαύρο», αλλά να είμαστε επιλεκτικοί.

Αυτό μπορεί να δοθεί με τους τρεις παρακάτω κανόνες:

· Κανόνας 1ος , απαράβατος.

Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να τουφεκίσουμε την «αρχηγό» του κοπαδιού.

· Κανόνας 2ος.

Δεν πρέπει να τουφεκάμε γενικά τις μεγάλες θηλυκές. Αυτές αποτελούν το θηραματικό μας κεφάλαιο. Ο τόκος από τον οποίο δικαιούμαστε να παίρνουμε είναι τα μικρά της ετήσιας παραγωγής. Ας σκεφτούμε ότι κανένας κτηνοτρόφος δεν σφάζει τις γίδες, παρά μόνο τα κατσικάκια. Αν αφήσουμε τις μεγάλες γουρούνες να «περάσουν» από το καρτέρι χωρίς να ρίξουμε και το στόχαστρο πάει μόνο στα μικρά, θα δούμε ότι του χρόνου θα έχουμε μια αύξηση του πληθυσμού στην περιοχή μας και αν το σύστημα αυτό το εφαρμόσουμε και του χρόνου, τον άλλο χρόνο η περιοχή θα πλημμυρίσει από γουρούνια. Όσο για τον μηχανισμό της αύξησης του πληθυσμού, θα μιλήσουμε σε προσεχές άρθρο μας. Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε ότι αν κάποιο κοπάδι αποτελείται μόνο από μια θηλυκιά με τα γουρουνόπουλά της (ανήλικα) και σκοτωθεί η θηλυκιά τότε, επειδή το σύνθημα για τον οργασμό το δίνει η «αρχηγός» και μόνον τότε μπαίνουν στον «κύκλο» και οι άλλες γουρούνες, τα μικρά θηλυκά που θα απομείνουν θα ενηλικιωθούν και θα μείνουν στείρα, διότι δεν θα υπάρχει η πιο έμπειρη γουρούνα για να δώσει το σύνθημα. Προσοχή λοιπόν! Δεν τουφεκάμε τις μεγάλες θηλυκές αν θέλουμε να έχει η περιοχή και του χρόνου κυνήγι. Συναισθηματισμοί του στυλ: Ας αφήσουμε τα μικρά να μεγαλώσουν, ανήκουν στους όψιμους οικολογίζοντες και όχι στους κυνηγούς που σέβονται πρώτα απ” όλα το κυνήγι και διαχειρίζονται αυτόν τον ανεκτίμητο ανανεώσιμο φυσικό πόρο που λέγεται αγριόχοιρος.

· Κανόνας 3ος.

Από τους κάπρους πρέπει να αφήνουμε το 20% του αριθμού τους ανέπαφο, γιατί για να έχουμε και του χρόνου κυνήγι πρέπει να υπάρχουν και μεγάλοι αρσενικοί! Και μη μου πείτε, που ξέρουμε πόσους κάπρους έχει η περιοχή; Οι γουρουνάδες το ξέρουν πολύ καλά, μη κοιτάτε που δεν το λένε στα καφενεία…..

Πηγές:

· L. Cabanau. La reproduction chez le sanglier. Mag. Le shasseur de sanglier, n0 12, p.20-25.

· G. Valet. Des marcassins toute l” annee! Pourqoi? Mag. Chasse – sanglier – passion, no 4, p.12-13.

· G. Valet. Sanglier: une reproduction tres singuliere. Mag. Chasse – sanglier – passion, no 6, p.12-15.

· L. Cabanau. Y-a-t-il reellement un «rut» chez le sanglier? Mag. Chasse – sanglier – passion, no 6, p.16-17.

· L. Bouldoire, J. Vassant. Le sanglier.

· O.N.C. Le sanglier

· Αφηγήσεις των φίλων και κυνηγετικών μου δασκάλων Ανέστη Κυρμανίδη, Στάθη Μετζιντζόγλου και Δημήτρη Ευμοιρίδη.

Η κοινωνική οργάνωση του αγριόχοιρου.

Ο αγριόχοιρος είναι κοινωνικό ζώο, ζει δηλαδή σε αγέλες που τις λέμε κοπάδια και γνωρίζει πολύ καλά να οργανώνει την ζωή του ομαδικά. Η ομαδική ζωή όμως απαιτεί πάντα την ύπαρξη μιας κοινωνικής οργάνωσης, με αυστηρή ιεραρχική δομή, η οποία ρυθμίζει τις εσωτερικές, αλλά και τις εξωτερικές λειτουργίες της κοινωνίας αυτής, βάζει δηλαδή τα πράγματα σε τάξη.

 Ετσι λοιπόν μέσα σε κάθε κοπάδι κάθε ζώο κατέχει μια σαφώς καθορισμένη θέση στην ιεραρχία πηγαίνοντας από το κυρίαρχο στο υποτελές.

Η δομή (σύνθεση) και το μέγεθος των κοπαδιών

Το κοπάδι αποτελείται αποκλειστικά από 1 έως 5 ή 6 ενήλικα θηλυκά διαφόρων ηλικιών ακολουθούμενα από τα μικρά τους και τα θηλυκά της γέννας της προηγούμενης χρονιάς που έχουν ή δεν έχουν τεκνοποιήσει. Αυτές οι ενήλικες θηλυκές οι οποίες είναι μητέρες έχουν ρόλο πρωταρχικό μέσα στην οργάνωση του κοπαδιού όπως ακριβώς στις μητριαρχικές κοινωνίες του ανθρώπου. Για να γίνει κατανοητή η έννοια της δομής ενός κοπαδιού, ας φανταστούμε μια πυραμίδα που την βάση της κατέχουν τα μικρά της αμέσου περασμένης αναπαραγωγικής περιόδου, στον πρώτο όροφο βρίσκονται τα θηλυκά που γεννήθηκαν την προηγούμενη χρονιά, στον δεύτερο όροφο οι θηλυκές μεταξύ 2-3 ετών, στον τρίτο όροφο αυτές μεταξύ 3-4 ετών κ.ο.κ. μέχρι την κορυφή που είναι η γηραιότερη, η αρχηγός του κοπαδιού. Είναι αυτονόητο ότι οι μικρότερες ηλικίες αντιπροσωπεύονται από περισσότερα ζώα και οι μεγαλύτερες από λιγότερα. Όταν αυτό δεν συμβαίνει λέμε ότι η δομή του κοπαδιού (ή του πληθυσμού) δεν είναι καλή και βέβαια υπάρχει υπογεννητικότητα.

Το μέγεθος των κοπαδιών δεν είναι πάντα σταθερό. Σε περιοχές ήσυχες με πυκνή βλάστηση έχουν παρατηρηθεί κοπάδια με 40 – 50 ζώα. Συνήθως πρόκειται για προσωρινές συγκεντρώσεις περισσοτέρων κοπαδιών και πάντα σε εποχές κλειστές για το κυνήγι, γιατί η μεγάλη (υπερβολική) κυνηγετική πίεση δεν ευνοεί την σύνθεση και την διατήρηση μεγάλων καλών κοπαδιών.

Ο ρόλος της «αρχηγού» θηλυκιάς

Κάθε κοπάδι καθοδηγείται πάντα από ένα κυρίαρχο θηλυκό ζώο. Αυτό είναι συνήθως το πιο ηλικιωμένο ζώο, αλλά όχι απαραίτητα και το πιο βαρύ.

Αυτή η θηλυκιά που στο εξής θα την αποκαλούμε «αρχηγό» είναι η πιο έμπειρη, διαθέτει αποδεδειγμένα μια ισχυρή «προσωπικότητα» και αυτό της αναγνωρίζεται από τις άλλες θηλυκές που είναι συνήθως αδερφές της, ξαδέρφες της, κόρες της, ανηψιές της και εγγονές της.

Ο ρόλος της πρώτα απ” όλα είναι να μεριμνά για την ασφάλεια του κοπαδιού και την εξεύρεση της τροφής. Βρίσκεται πάντα επί κεφαλής του κοπαδιού στις μετακινήσεις και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κινδύνου (κυνήγι). Αυτή επιλέγει τον χώρο που θα γίνουν τα γιατάκια, καθορίζει τις κατευθύνσεις διαφυγής και την χρονική διάρκεια της ανάπαυσης. Αυτή θυμάται τα πιο ασφαλή περάσματα, τους τόπους βοσκής, τις πιο ήσυχες περιοχές, τους τόπους που προσφέρονται για γιατάκι ανάλογα με τον καιρό (επικρατούντες άνεμοι, βροχή, ζέστη κ.ά.) και τα σημεία του νερού.

Αυτή η γνώση, η οποία οφείλεται στην άριστη αξιοποίηση της εμπειρίας της λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα της, μεταβιβάζεται στο κοπάδι με δύο μηχανισμούς: άμεσα με την εκπαίδευση των νεαρότερων θηλυκών, η οποία επιτυγχάνεται με την παρακολούθηση των πράξεών της απ” αυτές και έμμεσα με την κληρονομικότητα, αφού τα μέλη του κοπαδιού είναι συγγενικά και θα έχουν και αυτά την ανάλογη νοημοσύνη για να αξιοποιήσουν καλά την εμπειρία τους.

Επίσης πρέπει να πούμε ότι υπάρχει πάντα μια άλλη θηλυκιά με κυρίαρχο χαρακτήρα συνήθως νεότερη, η οποία είναι έτοιμη να διαδεχθεί την «αρχηγό» σε περίπτωση απώλειάς της.

Η ομαδική ζωή

Όλα τα άτομα του κοπαδιού συμμετέχουν το καθένα ανάλογα με την θέση που κατέχει στην ιεραρχία, στον αγώνα για την επιβίωση όλου του κοπαδιού. Κάθε ζώο είτε ενήλικο, είτε ανήλικο, βρίσκεται πάντα σε μια κατάσταση επαγρύπνησης έναντι των κινδύνων που τα απειλούν. Η ένταση της επαγρύπνησης διαφέρει ανάλογα με την περίσταση και είναι ιδιαίτερα αυξημένη όταν για παράδειγμα το κοπάδι βόσκει σε ανοιχτές περιοχές. Το ομαδικό πνεύμα έχει επίσης και άλλα θετικά: Εάν μια μητέρα χαθεί (αρρώστια, ατύχημα, κυνήγι κ.ά.) στην περίοδο της γαλουχίας, τα μικρά της θα υιοθετηθούν και θα ανατραφούν από κάποια άλλη μητέρα του ίδιου κοπαδιού. Αντίθετα αν μια ομάδα από μικρά ορφανά προσεγγίσει ένα ξένο κοπάδι, θα δεχθεί επιθέσεις από τα συνομήλικα του άλλου κοπαδιού και θα εκδιωχθεί βίαια.

Μεταξύ των κοπαδιών αναπτύσσεται μια ισχυρά ανταγωνιστική σχέση. Το κοπάδι που δεν είναι «δεμένο» με μια περιοχή χρησιμοποιεί έκταση μικρότερη απ” αυτήν που χρησιμοποιεί ένα άλλο κοπάδι που είναι εγκατεστημένο στην περιοχή από καιρό.

Τα κοπάδια που αποτελούνται από ηλικιωμένες θηλυκές τείνουν να κυριαρχήσουν σ” αυτά που αποτελούνται από νεαρότερες, και αυτά με τη σειρά τους κυριαρχούν σε μικρά κοπάδια που αποτελούνται από έφηβες. Επίσης μια θηλυκιά άρρωστη ή εξασθενημένη εξορίζεται άμεσα από το κοπάδι και χρησιμοποιεί μια μικρότερη περιοχή και αμέσως την θέση της καταλαμβάνει η επόμενη στην ιεραρχία.

Τα αρσενικά

Τα αρσενικά μόλις ωριμάσουν σεξουαλικά (9ος μήνας) εγκαταλείπουν το κοπάδι της μητέρας τους το οποίο τα διώχνει πολλές φορές βίαια για να αποφύγει την αιμομιξία αφού όλα τα θηλυκά του κοπαδιού είναι συγγενικά άτομα.

Ετσι συναντάμε πολλές φορές μικρά κοπάδια τα οποία αποτελούνται αποκλειστικά από 3-4 νεαρά αρσενικά μεταξύ 9 και 24 μηνών. Την περίοδο του οίστρου τα μεγάλα αρσενικά τα οποία προσεγγίζουν τα κοπάδια για να ζευγαρώσουν, διώχνουν βίαια αυτά τα νεαρά αρσενικά, τα οποία αντιμετωπίζονται ως αντεραστές. Τα κοπάδια των νεαρών αρσενικών είναι πρόσκαιρα και ασταθή. Σε λίγο θα χωρίσουν και το καθένα θα επιλέξει την περιοχή κυριαρχίας του. Η απειρία που διακρίνει αυτά τα ζώα τα καθιστά ευάλωτα στους κυνηγούς και αποτελούν την κατηγορία αυτή των αρσενικών θηρευθέντων αγριόχοιρων για τους οποίους ακούμε να λένε: «ήρθε σαν χαζός επάνω μου και τον χτύπησα, μα τόσο απονήρευτο ζώο και αρσενικό μάλιστα!;» Επίσης πρέπει να πούμε ότι η κυνηγετική κάρπωση αυτών των νεαρών αρσενικών δεν έχει σοβαρές επιπτώσεις στην αριθμητική εξέλιξη του πληθυσμού υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θηρεύονται όλα.

Σε ηλικία περίπου 2 ετών ή και νωρίτερα τα αρσενικά ζώα γίνονται μοναχικά και αποκαλούνται πλέον «μονιάδες», «κάπροι» ή «τεκλεμέδες». Κάθε κάπρος έχει την περιοχή κυριαρχίας του, η οποία είναι ανάλογη του μεγέθους του και όποιος άλλος κάπρος τολμήσει να μπεί σ” αυτήν αντιμετωπίζεται βίαια. Ο κάπρος προτιμά πάντα τις πιο ήσυχες θέσεις, κάνει το γιατάκι του σε πολύ καλά επιλεγμένες θέσεις από τις οποίες ελέγχει άριστα τους κινδύνους. Οσο περνάει η ηλικία γίνεται και περισσότερο άγριος και επιθετικός και η συσσωρευμένη και πολύ καλά αξιοποιημένη εμπειρία του τον καθιστά ικανότατο να αμύνεται και να επιβιώνει.

Την περίοδο του οίστρου ο κάπρος πλησιάζει τα κοπάδια για να ζευγαρώσει και λόγω της αφοσίωσής του στις ερωτικές του πράξεις, γίνεται πιο ευάλωτος στους κυνηγούς. Εγκαθίσταται κοντά στο γιατάκι κάποιου κοπαδιού και πολλές φορές στο ίδιο. Οι πιο νέοι εκδιώκονται από τους πιο μεγάλους και περιμένουν την σειρά τους να τους δοθεί κάποτε η ευκαιρία να δώσουν και αυτοί απογόνους.

Η μεγάλη ευθύνη των κυνηγών

Η άναρχη κυνηγετική κάρπωση που επικρατεί στη χώρα μας αποσταθεροποιεί και διασπά την ιεραρχική δομή των κοπαδιών και είναι βέβαιο ότι επιφέρει μεγάλη σύγχυση στην συμπεριφορά αυτών που απομένουν. Εάν οι διαφορετικές κλάσεις της ηλικίας διατηρηθούν στο κοπάδι και προπαντός όταν δεν τουφεκάμε, αφήνοντάς την να περάσει, την «αρχηγό», θα εκπλαγούμε από την αυξητική εξέλιξη του πληθυσμού τους. Η κυνηγετική πίεση λοιπόν πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει την διάσπαση της δομής των κοπαδιών, πολύ δε περισσότερο την τελεία εξόντωσή τους. Πρέπει λοιπόν τα διαχειριστικά μέτρα που θα λαμβάνονται για το θήραμα αυτό να στοχεύουν στη διατήρηση της δομής των κοπαδιών. Βέβαια αν και στη χώρα μας δεν ασκείται διαχείρηση των πληθυσμών του είδους (εκτός από τον καθορισμό της χρονικής περιόδου θήρας) η δυσκολία του κυνηγιού του η οποία οφείλεται στους πολύ εκτεταμένους βιοτόπους του (δάση και μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις), στον ορεινό χαρακτήρα τους με το ισχυρό ανάγλυφο του εδάφους, στην δύσκολη προσπελασιμότητά τους λόγω χαμηλής πυκνότητας οδικού δασικού δικτύου κ.ά. είναι οι κύριοι λόγοι που κρατούν την κυνηγετική κάρπωση χαμηλά σε σχέση με το θηραματικό κεφάλαιο και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σχετική αύξηση του πληθυσμών του. Για την διαχείριση των πληθυσμών του αγριόχοιρου θα αναφερθούμε εκτενέστερα σε προσεχές άρθρο μας.

Βιβλιογραφία

L. Cabanau. La compagnie, veritable organisation sociale. Mag. Le shasseur de sanglier, p.20-25, n0 12.

M. -L. Bouldoire, J. Vassant. Le sanglier.

O.N.C. Le sanglier

metakinisis

Oι μετακινήσεις του αγριόχοιρου και η αξιοποίηση του βιοτόπου του.

Στις παρέες των «γουρουνάδων» της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ακούγονται πολλές φορές κουβέντες όπως: « Αν αρχίσει το κυνήγι του γουρουνιού στη Βουλγαρία, θα “ρθούν και προς τα “δώ» ή « Αν χιονίσει στη Βουλγαρία τα γουρούνια θα “ ρθούν και προς τα “δω». Άλλοτε πάλι οι μετακινήσεις αυτές συνδέονται και με ιστορικοπολιτικά γεγονότα όπως πόλεμοι, κοινωνικοπολιτικές αλλαγές (αλλαγή πολιτεύματος στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης) κλπ. Άκουσα λοιπόν μια μέρα με έκπληξη τον κρεοπώλη της γειτονιάς μου, ο οποίος είναι «γουρουνάς» να μου λέει:

 «Ξέρεις, η αφθονία που παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια στο γουρούνι μάλλον οφείλεται στον πόλεμο της Βοσνίας. Λόγω του πολέμου τα γουρούνια εγκατέλειψαν την χώρα και ήρθαν προς τα εδώ για καλύτερες συνθήκες ζωής ……».

Υπάρχει λοιπόν μια διάχυτη εντύπωση ότι ο αγριόχοιρος είναι αποδημητικό ζώο! Όχι! Ο αγριόχοιρος δεν είναι σε καμιά περίπτωση αποδημητικό τουλάχιστον με την βιολογική έννοια του όρου, απλά είναι ένας ακούραστος ταξιδιώτης οποίος διαρκώς μετακινείται μέσα σε μια μεγάλη περιοχή την οποία όμως σπάνια εγκαταλείπει.

Σε προηγούμενο άρθρο γράψαμε ότι η κοινωνία του ζώου αυτού έχει δύο κοινωνικές μονάδες, αυτή του κάπρου (μονιά) και αυτή του κοπαδιού. Κάθε κοινωνική μονάδα (ή κάπρος ή κοπάδι) έχει τον ζωτικό της χώρο και την περιοχή κυριαρχίας της.

Ζωτικός χώρος είναι μια καθορισμένη έκταση μέσα στην οποία ζει (δραστηριοποιείται) o κάπρος ή το κοπάδι στην διάρκεια ενός βιολογικού κύκλου δηλαδή ενός έτους. Η έκταση αυτή οριοθετείται από τα πιο απομακρυσμένα σημεία τα οποία μπορεί να φθάσει ο κάπρος ή το κοπάδι.

Η περιοχή κυριαρχίας αποτελεί ένα μέρος του ζωτικού χώρου μέσα στον οποίο ο κάπρος ή το κοπάδι αισθάνονται ιδιοκτήτες (κυρίαρχοι) και διώχνουν κάθε άλλον που μπαίνει σ” αυτή. Στην διαχείριση του αγριόχοιρου η γνώση του ζωτικού χώρου των κοπαδιών ή των κάπρων είναι πολύ σημαντική. Αντίθετα η περιοχή κυριαρχίας δεν παίζει σπουδαίο ρόλο γιατί συχνά μεταβάλλεται λόγω της κινητικότητάς του.

Για το θέμα αυτό δηλαδή το μέγεθος του ζωτικού χώρου έχουν γίνει πολλές επιστημονικές έρευνες, κυρίως με τη μέθοδο της ραδιοπαρακολούθησης και έχουν δείξει ότι για μια οικογένεια (μητέρα με τα παιδιά της) ο ζωτικός χώρος κυμαίνεται ανάλογα με την ποιότητα του βιότοπου και όταν δεν υπάρχουν τεχνητά όρια (π.χ. αυτοκινητόδρομοι κ.λ.π), από 20.000-50.000 στρέμματα. Το κοπάδι αυτό στην διάρκεια μιας χρονιάς θα κινείται συνεχώς μέσα σ” αυτήν την περιοχή. Βέβαια υπάρχουν σημεία που θα τα επισκέπτεται συχνότερα και άλλα λιγότερο συχνά.

Τα αρσενικά περίπου στον 9ο με 10ο μήνα της ζωής τους, που έρχεται η σεξουαλική ωριμότητα, εκδιώχνονται και πολλές φορές βίαια, από το κοπάδι και πρέπει να βρουν την τύχη τους μόνα τους. Γι” αυτά αρχίζει τότε μια μεγάλη περιπέτεια: εκδιώχνονται βίαια από τα μεγαλύτερα αρσενικά στων οποίων τις περιοχές μπαίνουν και γενικώς περιπλανώνται μέχρι να αποκτήσουν και αυτά την περιοχή τους. Για τα αρσενικά έχει βρεθεί ότι ο ζωτικός χώρος καταλαμβάνει έκταση της τάξεως των 150.000 – 200.000 στρ.

Πάντως η έρευνα έχει δείξει ότι το 75-80% των αγριόχοιρων ζει και θηρεύεται μέσα στον ζωτικό χώρο του μητρικού του κοπαδιού ο οποίος καλύπτει μια έκταση ακτίνας 3-5km. Το υπόλοιπο ποσοστό εγκαταλείπει τον χώρο αυτό για διάφορους λόγους και εγκαθίσταται σε κάποιον άλλο γειτονικό. Βέβαια το γεγονός ότι κάποια ζώα εγκαταλείπουν την συγκεκριμένη περιοχή δεν σημαίνει ότι η περιοχή αδειάζει. Η έξοδος αυτών των ζώων από την περιοχή θα αναπληρωθεί από την εγκατάσταση κάποιων άλλων που θα έρθουν από γειτονικές περιοχές.

Το σχέδιο 1, απεικονίζει τα αποτελέσματα μιας έρευνας που έγινε στη Γαλλία από το » Office National de la Chasse» (Εθνικός οργανισμός θήρας). Στα σημεία Ρ στήθηκαν παγίδες με τις οποίες συνελήφθησαν αγριόχοιροι και σημάνθηκαν (περάστηκε σκουλαρίκι στο αυτί τους). Στην προσεχή κυνηγετική περίοδο οι κυνηγοί που θήρευσαν ζώα σημαδεμένα παρέδωσαν το σκουλαρίκι στον σύλλογό τους και δήλωσαν την ακριβή θέση θήρευσης.

Έτσι, τοποθετήθηκαν στον χάρτη τα σημεία θήρευσης και φάνηκε το αποτέλεσμα της έρευνας. Βλέπουμε λοιπόν ότι μόνο το 2% των ζώων θηρεύθηκε σε απόσταση μεγαλύτερη από 15 km, το 4% σε απόσταση μεταξύ 10-15 km, το 13% μεταξύ 5-10 km. και το 80% σε απόσταση μικρότερη των 5 km. Το εντυπωσιακό είναι, αν δούμε πώς αυτά τα ποσοστά διαφοροποιούνται ανάλογα με το φύλο, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας.

Απόσταση σε Km μεταξύ της θέσης μαρκαρίσματος και της θέσης θήρευσης.

Κανένα θηλυκό δεν θηρεύτηκε σε απόσταση μεγαλύτερη από 10 Km, με το 93,5% σε απόσταση μικρότερη από 5 Km.

Επίσης στο σχέδιο 1, φαίνεται ότι σπανίως οι αγριόχοιροι μετακινούνται διασχίζοντας μεγάλες οδικές αρτηρίες.

Ο ημερήσιος κύκλος.

Οι μετακινήσεις του αγριόχοιρου γίνονται κυρίως στην διάρκεια της νύχτας. Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται στην φυσιολογία του ζώου, αλλά στην ενόχλησή του από τις ανθρώπινες δραστηριότητες που συμβαίνουν στην διάρκεια της ημέρας. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία θα διαβάσουμε στον Ξενοφώντα (Κυνηγετικός) ότι οι Αρχαίοι ΄Ελληνες θεωρούσαν τον αγριόχοιρο σημαντικό θήραμα και το κυνήγι του το προτιμούσαν σε μεγάλο βαθμό. Έχοντας λοιπόν αυτό το ζώο ως ισχυρότερο φυσικό εχθρό του τον άνθρωπο από πολύ παλιά (πολύ λίγο κινδυνεύει από την αρκούδα και τον λύκο), έπρεπε να φροντίζει να ξεφεύγει από την παρουσία του ανθρώπου για να επιβιώσει και έτσι επέλεξε να κυκλοφορεί την νύχτα, όταν ο άνθρωπος κοιμάται και να αναπαύεται την ημέρα όταν ο άνθρωπος δουλεύει. Οι νυχτερινές μετακινήσεις του που γίνονται μέσα στον ζωτικό του χώρο έχουν ως σκοπούς: την εύρεση τροφής και νερού και την αναπαραγωγή κάτω από την ησυχία που προσφέρει η νύχτα. Αυτή η κινητικότητα βέβαια εξαρτάται από την φάση του βιολογικού κύκλου που βρίσκεται το κοπάδι (οργασμός, γέννες, γαλουχία, ανατροφή των νεαρών), την εποχή του έτους, τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, την διαθεσιμότητα της τροφής και άλλους παράγοντες που το καθιστούν περισσότερο ή λιγότερο κινητικό.

Σε περιόδους εκτός κυνηγίου δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου ο αγριόχοιρος μεταβάλλει τις συνήθειές του και βγαίνει από το γιατάκι του αμέσως μετά το μεσημέρι και επιστρέφει νωρίς το πρωί πριν όμως ξημερώσει.

Γενικά όμως ο αγριόχοιρος εγκαταλείπει το γιατάκι του λίγο πριν ή λίγο μετά την δύση του ήλιου και επανέρχεται σ” αυτό μόλις χαράξει η μέρα. Αυτό που καθορίζει την ώρα του «εγερτηρίου» και του «σιωπητηρίου» αντίστοιχα είναι φυσικά οι συνθήκες φωτισμού (σούρουπο, χάραμα).

Βέβαια έχει παρατηρηθεί ότι πολλές είναι οι περιπτώσεις που τα ζώα αυτά εγκαταλείπουν το γιατάκι τους νωρίς το απόγευμα και ξαναγιατακιάζουν πολύ νωρίς το πρωί όταν ακόμη είναι νύχτα και πολλές φορές εγκαταλείπουν το γιατάκι βράδυ για να ξαναγιατακιάσουν αργά το πρωί όταν ο ήλιος έχει πια σηκωθεί.

Πολλές έρευνες του Γάλλου ερευνητή Gilbert Valet ασχολήθηκαν με τους λόγους που ωθούν τα ζώα αυτά, να αλλάξουν την συμπεριφορά τους, πια απογευματινή ώρα εγκαταλείπουν το γιατάκι τους, πόσο χρόνο αφιερώνουν στην νυχτερινή ανάπαυση και αν αυτός ο χρόνος είναι ίσος με αυτόν της περιπλάνησης κάτω από το φως της ημέρας.

Όλες αυτές οι έρευνες έχουν γίνει με την μέθοδο της ραδιοπαρακολούθησης με την οποία έχουν μελετηθεί: ο χρόνος που αφιερώνεται στις μετακινήσεις, οι λόγοι, οι συχνότητες τους, οι ταχύτητές τους κ.λ.π.

Με βάση λοιπόν τις παραπάνω έρευνες αποδείχθηκε ότι:

– Εκτός περιόδων αναπαραγωγής και ανατροφής των νεογνών, ο αγριόχοιρος ζει με ένα διφασικό ρυθμό: Την φάση της ανάπαυσης και την φάση της περιπλάνησης οι οποίες είναι σαφώς διαφορετικές. Στο είδος αυτό έχει διαπιστωθεί ότι οι μετακινήσεις αναλώνουν το 50% της ημερήσιας δραστηριότητάς του.

– Κατά την διάρκεια της περιπλάνησης κάποια ζώα την διακόπτουν για να αναπαυθούν για μία ή δύο ώρες.

– Κατά την διάρκεια της ανάπαυσής του (την ημέρα) ο αγριόχοιρος μπορεί να εγκαταλείψει το γιατάκι του για λίγο και μετά να επιστρέψει σ” αυτό.

– Οι θηλυκές στην πρώτη περίοδο ανατροφής των νεαρών (γαλουχία) παρουσιάζουν πολυφασική ημερήσια δραστηριότητα. Επειδή τα μικρά δεν μπορούν να τις ακολουθήσουν, διακόπτουν τακτικά την περιπλάνηση για να αναπαυθούν. Έτσι ο ημερήσιος κύκλος αποτελείται από εναλλαγές μετακίνησης-ανάπαυσης. Πολλές φορές η μητέρα κατά την διάρκεια της ανάπαυσης εγκαταλείπει το γιατάκι με τα μικρά για να ικανοποιήσει δικές της ανάγκες τροφής, κ.λ.π. και ξαναγυρίζει μετά από κάποιο μικρό χρονικό διάστημα. Αυτή η πράξη σιγά-σιγά λειτουργεί προς την κατεύθυνση απελευθέρωσης των νεαρών από τον μητρικό δεσμό. Έτσι μετά τον απογαλακτισμό τα μικρά θα φτιάχνουν το δικό τους γιατάκι το οποίο θα το χρησιμοποιούν πάντα ομαδικά και θα απέχει από αυτό της μητέρας τους από 3 έως 400 μ.

Μετακινήσεις και περιοχή ημερήσιας δραστηριότητας.

Η περιοχή που κινείται ο αγριόχοιρος στην διάρκεια της ημερήσιας δραστηριότητάς του κυμαίνεται σε έκταση και αυτή η διακύμανση εξαρτάται άμεσα από την γεωγραφία της περιοχής. Αυτή η περιοχή την οποία επισκέπτεται και εξερευνά ο αγριόχοιρος στην πορεία του πρέπει να την φανταστούμε ως μία λωρίδα (ζώνη).

Οι διανυόμενες αποστάσεις έχουν μετρηθεί με την μέθοδο της ραδιοπαρακολούθησης και κυμαίνονται από 2 έως και 14 km. To εμβαδόν όμως αυτής της ζώνης που εξερευνά είναι δύσκολο να εκτιμηθεί διότι η πορεία του ζώου δεν είναι ευθεία αλλά μια τεθλασμένη γραμμή. Έτσι σε μία νύχτα ένας κάπρος ή ένα κοπάδι μπορεί να καλύψει μία έκταση η οποία ξεπερνάει τα 1000 στρ. Μέσα σε μία εβδομάδα το ίδιο το ζώο μπορεί να κυκλοφορεί σε μία μικρή περιοχή πλούσια σε τροφή και την επόμενη εβδομάδα το ίδιο ζώο να υποχρεωθεί να κάνει μεγάλες πορείες για διάφορους λόγους όπως: ανθρώπινη ενόχληση, απουσία τροφής, αναπαραγωγή κ.λ.π .

Ο χρόνος που αναλώνεται στις μετακινήσεις είναι μεγαλύτερος τον χειμώνα από ότι το καλοκαίρι. Αυτό γίνεται για δύο λόγους: πρώτον γιατί τον χειμώνα η διάρκεια της νύχτας είναι μεγαλύτερη και δεύτερον η ανεύρεση τροφής είναι δυσκολότερη. Επίσης ο χρόνος μετακίνησης των θηλυκών στην περίοδο της γαλουχίας είναι μικρότερος από τα ζώα των άλλων ηλικιών.

Το βάδισμα του αγριόχοιρου είναι χαρακτηριστικό. Τροτάρει διαρκώς και δίνει την εντύπωση ότι συνεχώς βιάζεται. Επίσης είναι πολύ καλός κολυμβητής και διασχίζει πολύ εύκολα υδάτινες επιφάνειες.

Ο Γάλλος ερευνητής G. Valet μελέτησε με τη μέθοδο της ραδιοπαρακολούθησης την ταχύτητα των μετακινήσεων του ζώου αυτού και διέκρινε τέσσερις τύπους μετακινήσεων σε σχέση με την ταχύτητα.

– Μετακινήσεις πολύ μικρές. Η ταχύτητα σε αυτές τις μετακινήσεις κυμαίνεται από 0,2 έως 0,4 km/ώρα. Αυτές οι μετακινήσεις χαμηλής ταχύτητας αφορούν την μετακίνηση στην διάρκεια της βοσκής. Ο χρόνος μέσα στον οποίο τα ζώα κινούνται με αυτή την ταχύτητα εξαρτάται από τον απαραίτητο χρόνο για την κατανάλωση της τροφής ή τον χρόνο που χρειάζεται για να χορτάσει.

– Μετακινήσεις μικρές. Η ταχύτητά τους κυμαίνεται από 0,4 έως 1 km την ώρα. Αυτές οι μετακινήσεις αφορούν πορείες οι οποίες διακόπτονται για βόσκηση σε κάποιο σημείο όπου ευκαιριακά βρέθηκε τροφή. Σ” αυτές τις περιπτώσεις ο σκοπός του ζώου είναι να φθάσει σε καθορισμένη θέση για να βοσκήσει και στον δρόμο μπορεί να σκαλίσει επειδή τυχαία βρέθηκε κάποια πηγή τροφής. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι βρίσκουμε πολλές φορές σκαλίσματα και τα γιατάκια είναι πολύ μακριά από κει.

– Μετακινήσεις μέσες. Η ταχύτητά τους κυμαίνεται από 1 έως 2,5 km/ ώρα. Αφορούν την μετακίνηση του αγριόχοιρου μεταξύ δύο θέσεων γνωστών και αυστηρά καθορισμένων: από το γιατάκι στις θέσεις βοσκής χωρίς ευκαιριακά σταματήματα.

– Μετακινήσεις ταχείες. Η ταχύτητα τους ξεπερνά τα 2,5 km/ώρα. Πρόκειται για μετακινήσεις κατά τις οποίες τα ζώα θέλουν να ξεφύγουν κάποιο κίνδυνο όπως κυνηγούς που τα τουφεκάνε ή διάφορες άλλες ανθρωπογενείς ενοχλήσεις.

Χρόνος αφιερωμένος στην εξεύρεση της τροφής.

Ο χρόνος που αφιερώνεται στην εξεύρεση της τροφής κατά τη διάρκεια της περιπλάνησης κυμαίνεται από 2 έως 6 ώρες και το μέγεθός του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες πολλοί από τους οποίους δεν έχουν ακόμη ερευνηθεί. Πάντως οι παράγοντες που επηρεάζουν αυτόν τον χρόνο είναι η διαθεσιμότητα της τροφής, η ποσότητά της, η θρεπτική της αξία και οι ανάγκες του ζώου την δεδομένη στιγμή. Γνωρίζουμε ότι ο αγριόχοιρος έχει ανάγκη κυρίως από φυτική τροφή (περίπου 80%) χωρίς να παραβλέπουμε βέβαια τις ανάγκες του για ζωική τροφή (20%). Αν λοιπόν μέσα στον ζωτικό του χώρο υπάρχει π.χ. αφθονία καλαμποκιού θα το βρει και θα χορτάσει με πολύ μεγάλη ευκολία και χωρίς να μετακινηθεί πολύ. Πολύ γρήγορα θα γεμίσει το στομάχι του και θα βρει ένα κοντινό γιατάκι για να χωνέψει. Πολλές φορές θα ψάξει και για κάποιο «επιδόρπιο» όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, για να συμπληρώσει το μενού του. Σε κάποιες όμως περιόδους και σε ορισμένες περιοχές θα δυσκολευτεί πολύ για να βρει οποιαδήποτε τροφή. Έτσι μη έχοντας άλλη επιλογή θα διανύσει πολλά km. για να καταφέρει να χορτάσει. Η ύπαρξη ή όχι καρπών δασικών δένδρων (δρυός, πουρναριού, οξιάς κ.λ.π.) και η ύπαρξη ή όχι αγροτικών καλλιεργειών στην περιοχή είναι αντικείμενα που πρέπει να ερευνήσει και αφού τα βρει να βοσκήσει. Στις ορεινές περιοχές, πολλές φορές αναγκάζεται να κατεβεί χαμηλότερα, για παράδειγμα από την ζώνη των ψυχροβίων κωνοφόρων στη ζώνη της δρυός και αφού βοσκήσει να ξαναγυρίσει στην περιοχή του για να γιατακιάσει. Κάτω λοιπόν απ” αυτές τις συνθήκες είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσα km θα διανύσει ένας αγριόχοιρος σε μία νύχτα και πόσο χρόνο θα αφιερώσει σ” αυτό.

Επιλογή περιοχής για γιατάκι.

Ο αγριόχοιρος επιλέγει πάντα θέση για να γιατακιάσει με πρώτο κριτήριο την ησυχία. Η θέση αυτή θα πρέπει να έχει τέτοια έκθεση ως προς τον ορίζοντα, ώστε να έχει ακουστική από όλες τις κατευθύνσεις, και να βρίσκεται πάνω σε έδαφος στεγνό. Παρ” όλα ταύτα πολλές φορές οι κυνηγοί τον συναντούν σε θέσεις εντελώς απρόσμενες, αλλά το ζώο έχει δικούς του λόγους που γιατάκιασε εκεί, που εμείς δεν είναι εύκολο να τους γνωρίζουμε. Δεν είναι λίγες οι φορές που «σηκώνουμε» γουρούνια σε θέσεις ανήλιες, όπου κανένα ζώο δεν θα επιθυμούσε να διανυκτερεύσει σε αυτές. Η κυνηγετική πίεση είναι ο κύριος λόγος που ωθεί τα ζώα αυτά να επιλέξουν θέσεις για γιατάκι πολύ απίθανες, και ας μην ξεχνάμε ότι είναι πιο πονηρά από εμάς.

Παλιότερα που στην χώρα μας υπήρχαν ακόμη ορεινές καλλιέργειες καλαμποκιού τα γουρούνια έρχονταν πολλές φορές από πολύ μακριά έβοσκαν στο καλαμπόκι και έφευγαν πάλι πίσω για να γιατακιάσουν. Πολλές φορές όμως οι κυνηγοί βλέποντας τα φρέσκα σημάδια της βοσκής έψαχναν να τα βρουν στα γύρω δάση ενώ αυτά ήταν γιατακιασμένα μέσα στο ίδιο το καλαμποκοχώραφο!

Μπορούμε να πούμε λοιπόν, ότι ο αγριόχοιρος είναι ένα ζώο με φοβερή προσαρμοστικότητα και μέσα στον ζωτικό του χώρο γνωρίζει πολύ καλά όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος τόσο του φυσικού όσο και του ανθρωπογενούς και μπορεί να επιλέγει ανά πάσα στιγμή θέσεις για γιατάκι πολύ καλά μελετημένες.

Πηγές:

L. Cabanau. Occupation de l” espace et deplacements. Mag. Le shasseur de sanglier, p. 16-23.

G. Valet. Les mysteres des deppacements. Mag. Chasse – shanglier – passion, p. 18-19

L. Bouldoire, j. Vassant. Le shanglier

O.N.C.F.S. Le sanglier

Αφηγήσεις των φίλων και κυνηγετικών μου δασκάλων: Αειμνήστου Ανέστη Κυρμανίδη, Στάθη Μενζιτζόγλου και Δημήτρη Ευμοιρίδη.

agrioxoiros

Αγριόχοιρος (Sus scrofa)

Το αρσενικό φτάνει το βάρος των 170 κιλών, ύψος ενός μέτρου στο ακρώμιο και μήκος έως και 180 εκατ. Ο άγριος θηλυκός χοίρος είναι μικρότερος από τον αρσενικό. Έχει μεγάλο κεφάλι, και μακρύ ρύγχος που τελειώνει σε μουσούδα, η ουρά που τελειώνει με μια τούφα από τρίχες, τα ενήλικα αρσενικά έχουν κυνοειδείς χαυλιόδοντες που προεξέχουν και από τις δύο πλευρές του στόματος. Χαυλιόδοντες (πιο μικρούς των αρσενικών) μπορούν να έχουν και τα μεγάλα σε ηλικία θηλυκά. Το τρίχωμα είναι σκληρό, δύσκαμπτο, από σκούρο καφέ έως μαύρο.

 Τα μικρά αγριογούρουνα έχουν ανοιχτόχρωμες καφέ ρίγες κατά μήκος, κατόπιν αποκτούν ένα ομοιόμορφο σκούρο καφέ χρώμα μέχρι την ηλικία 1 έτους.

Ο αγριόχοιρος είναι κυρίως ο χορτοφάγος, τρώει βελανίδια, ρίζες, βολβούς που μπορεί να ξεθάψει. Επιτίθεται εύκολα στις καλλιέργειες κοντά το δάσος.

Ο αραβόσιτος στο γαλακτώδες στάδιο είναι από τις πιο αγαπημένες του τροφές. Τρέφεται επίσης με έντομα, γαιοσκώληκες, σαλιγκάρια που βρίσκει σκάβοντας.
Ζει στις πυκνές καλυμμένες περιοχές στο δάσος, σε μητριαρχικά οργανωμένες αγέλες, σε αυτές τις οικογενειακές ομάδες αποκλείονται τα μεγάλα αρσενικά.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας, παραμένει κρυμμένο στη φωλιά του (κουμάσι – λότσι) και βγαίνει για τροφή κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όταν κυνηγηθεί αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα, ενώ αν χρειαστεί κολυμπάει πολύ καλά. Σπάνια ξεπερνά την ηλικία των 15 ετών.

H εποχή αναπαραγωγής αρχίζει τον Oκτώβριο και τελειώνει τον Απρίλιο, η αρχηγός της αγέλης είναι η πρώτη που επιδεικνύει σημεία οίστρου και αυτό δρα σαν σινιάλο για τα υπόλοιπα θηλυκά (συγχρονισμός οίστρου). Mετά από κύηση 115 ημερών, γεννιούνται τα μικρά, συνήθως 3, ενώ κάποτε φτάνουν μέχρι και 8.

Η απογαλάκτιση πραγματοποιείται μετά από 3 μήνες και ανεξαρτητοποιούνται σε ηλικία 6 μηνών. Το θηλυκό αγριογούρουνο είναι σεξουαλικά ώριμο όταν φτάσει το 1 έτους, το αρσενικό μετά από 18 μήνες.

Στην Eλλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Eυρώπη, δείχνει μια τάση αύξησης. H εξάπλωσή του στην Στερεά καλύπτει όλους του νομούς με εξαίρεση την Aττική. Στην Πελοπόννησο έχει εξαπλωθεί ύστερα από μια αρχική απελευθέρωση τριάντα ζώων το 1989.

KYNHΓI
Στην Eλλάδα ο τρόπος κυνηγίου είναι πάντα η παγάνα όπου τα αγριογούρουνα πιέζονται από παγανιστάδες προς τα καρτέρια. Σε άλλες χώρες, εφαρμόζεται και το κυνήγι από κυνηγούς που ψάχνουν μόνοι ή στήνουν καρτέρι σε προετοιμασμένα σημεία. H δεύτερη μέθοδος τείνει να είναι πιο επιλεκτική, επιτρέποντας στον κυνηγό να επιλέξει πιο θήραμα θα πάρει.

Oποια μέθοδος και αν εφαρμόζεται είναι ουσιαστικής σημασίας η αποφυγή θήρευσης του κυρίαρχου θηλυκού και των άλλων θηλυκών της αγέλης. Παράλληλα, η αφαίρεση των ανώριμων αρσενικών ωφελεί στην αναπαραγωγή της αγέλης.